Το χώμα

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 30.07.21 ]

 (Σχεδίασμα)

«Εμείς οι πεθαμένοι», μου λέει ο πατέρας μου, «το χώμα, το λέμε ουρανό». Χρόνια είχε να με θυμηθεί και ήρθε... έτσι. Όμορφος και ήρεμος, όπως έβγαινε πάντα από τη θάλασσα, αφήνοντας να πέσουν γλιστρώντας στο κορμί του, μυριάδες σταγόνες μιας μόλις απολεσθείσας ευτυχίας. Ήρθε μ’ εκείνη την ανεξίτηλη ομορφιά κάποιας ανεπίδοτης και, γι’ αυτό, αυτεπίστροφης λύπης. Ένας ναυαγός που ο θάνατος τον ξέβρασε στη ζωή. 

«Και τότε τον ουρανό πως τον λέτε;», τον ρωτάω, με κάποια αμηχανία είναι η αλήθεια, τόσα χρόνια που είχα να τον δω. Πάντοτε, όμως, με έφερνε σε αμηχανία o πατέρας μου. Ιδιαίτερα όταν γελούσε. Γιατί γελούσε σαν να χόρευε ένα χορό που μονάχα ο ίδιος ήξερε την αξία του. Την αξία των βημάτων εκείνου του ανεκλάλητου χορού που ποτέ δεν ξέρεις αν θα σε οδηγήσει στον έρωτα, ή απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ποτέ δεν μου τον έδειξε. «Μόνος σου να φτιάξεις τον χορό». Κι έρχεται τώρα για να μου πει ότι οι πεθαμένοι, το χώμα το λένε ουρανό. «Και τότε τον ουρανό πως τον λέτε;» τον ξαναρωτάω. «Πως να τον πούμε, ουρανό τον λέμε, αφού ουρανός είναι». Και με κοιτάει σκουπίζοντας το αλάτι από τη μνήμη, αυτή τη δίψα της πραγματικότητας. «Δεν ταιριάζει» κάνω να πω, αλλά ο πατέρας μου με προλαβαίνει: «Μα τι νομίζεις; Από χώμα είναι φτιαγμένος ο ουρανός, εκεί φυτρώνουν όσα τρως και όσα ονειρεύεσαι». Κι έφυγε.

Καλή αντάμωση, πατέρα. Σε ένα κομμάτι ψωμί, σε ένα κομμάτι σύννεφου, στο λίγο αλάτι εκείνης της πληγής που άλλοι την είπαν θάλασσα, άλλοι την είπαν μνήμη και άλλοι, οι περισσότεροι, την είπαν συγκομιδή.