Οι «Γκοτζαμάνηδες»

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 01.06.18 ]

(Αφήγημα που μπορεί να είναι και αληθινό)

Στον έξοχα αληθινό Θωμά Κοροβίνη που γράφει όπως τραγουδάει: Παράλογα. Δηλαδή ωραία.

 Από τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη και μετά, στην πατρίδα μου την Καβάλα (δεν γνωρίζω αν έγινε και αλλού) σιγά σιγά και με μια τιμωρητική σκωπτικότητα, η λέξη «τρίκυκλο» ταυτίστηκε με τη λέξη «Γκοτζαμάνης». Έτσι απλά, χωρίς συνεννόηση, σαν συνωμοσία αλήθειας. Ακόμα επιβιώνει αυτή η λέξη σε εμάς τους παλιότερους. Λέξη-έννοια που την είχαν εφεύρει οι μεγαλύτεροι από εμάς, γιατί εμείς τι; Παιδιά ήμασταν τότε. Πολύ μικρότερα από 17 χρονών. Αλλά μας έμεινε…

Ρωτούσε ας πούμε κάποιος: «Τί δουλειά κάνει ο τάδε;» «Έχει Γκοτζαμάνη» ήταν η απάντηση! Η δε παραλλαγή, ακόμα πιο ευκρινής: «Είναι Γκοτζαμάνης». Δηλαδή, «Εκταιλούντε  μαιταφορέ». Με αυτή  την ορθογραφία ή παραπλήσια. Ακριβώς της ίδιας ορθογραφίας αντίληψη της  ιστορίας με την οποία ο πραγματικός Γκοτζαμάνης εκτέλεσε τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Οι «Γκοτζαμάνηδες» λοιπόν. Μια λαϊκή πραότητα ειρωνείας διόλου αθώα. Το αντίθετο. Ήξερε τι έκανε, αφού επανέφερε στην καθημερινή ομιλία εκείνο που με την ράβδο και τον χωροφύλακα έπρεπε πάση θυσία (των αθώων) να ξεχαστεί. Από 17χρονους της εποχής εκείνης, αλλά και άλλων ηλικιών  υπερμνησικούς, δηλαδή επικίνδυνους για αντεθνική δράση.             

   Κι έτσι προχωρούσε το πράγμα. Με φουντάκια στο παρμπρίζ, με λαμπιόνια στο καπό, με επιγραφές πίσω του τύπου «πηγαίνω στον θεό», με οικογενειακές φωτογραφίες μπροστά στον «Γκοτζαμάνη». Γυναίκα-Άντρας, μωρό στην αγκαλιά, παιδί μπροστά από τους γονιούς κι ο Γκοτζαμάνης με τις πόρτες ορθάνοιχτες σα να ’χε ορθάνοιχτη την ψυχή του. Γιατί αυτός ο «Γκοτζαμάνης» είχε ψυχή. Και τα καλοκαίρια έπαιρνε την οικογένεια, μαζί με τα παιδιά της γειτονιάς και τα πήγαινε για μπάνιο. Και γελούσαν δυνατά όλοι μαζί. Σα να έραιναν με άνθη τον τάφο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Και του Σωτήρη Πέτρουλα. Αυτά τα ξέρουμε εμείς που είχαμε τότε γεννηθεί! Εκείνοι που αρνούνται να γλυκαθούν μέσα στον ιστορικό χρόνο δεν θα τα μάθουνε ποτέ. Θα μείνουν εγκλωβισμένοι στον πλακούντα μιας ανολοκλήρωτης ψύχωσης. Ας είναι, πάμε παρακάτω.              Ανάμεσα στους «Γκοτζαμάνηδες» ήταν κι ο κυρ Αντώνης (ας τον πούμε έτσι) που δεν «ζούσε στην αυλή» αλλά στη συνοικία Σιούγιογλου της Καβάλας. Παλιός αραμπατζής, είδε ότι τα πράμα με τους φορτηγούς αραμπάδες δεν πήγαινε άλλο και εξελίχτηκε όπως ο κουρέας της Σίφνου εάν ενθυμείσθε. Ο επί Σημίτη. Θυμηθήκατε; Όχι; Ήσασταν τότε, επί εκσυγχρονισμού μόλις 17 χρονών. Τέλος πάντων. Ο κυρ Αντώνης που λες, πούλησε τον φορτηγό αραμπά (τέρμα τα καπνά) πούλησε το ουγγαρέζικο τεράστιο άλογο και πήρε «Γκοτζαμάνη». «Εκταιλούντε μεταφορέ».

Τον είχε σταματημένο στην αρχή της μεγάλης κατηφόρας έξω από το κουρείο του Λάκη, περιμένοντας το αγώι. Που να το σταματούσε; Στο κουρείο του Λάκη μαζεύονταν τα εσνάφια της γειτονιάς, μέσα στην βραδύτητα ενός χρόνου που κυλούσε «όπως το μέλι στο στόμιο μιας μπετονιέρας» για να κάνουνε  μουχαμπέτι λέγοντας μασάλια. Μαζί κι ο κυρ Αντώνης. Τους άκουγα κι εγώ όταν πήγαινα να κουρευτώ και μ’ άρεσε. Με τέτοια μεγάλωσα κι όλοι τους ανήκουν στο πάνθεο με τις αγαθές σκιές μου. Και κοίτα να δεις ένα περίεργο πράμα. Κάθε φορά που ακούω τον Μπιθικώτση να τραγουδάει τους στίχους του Μποστ, «της ρομβίας αφιχθέντος\και σταθέντος στη γωνιά\μελωδίας μας παράγει\ εφρανθείς η γειτονιά», όλους αυτούς θυμάμαι.  

Κάποια μέρα, λοιπόν, στο κουρείο του Λάκη σε κατάσταση ευθυμίας τελούσα η παρέα, το πειραχτήρι ο κυρ Μιχάλης που μαζί με την γυναίκα του την κυρά Ζωή είχαν το απέναντι μπακάλικο, καμώνεται τον έντρομο και μπήγει τις φωνές: «Αντώνη, Αντώνη, ο Γκοτζαμάνης φεύγει. Λύθηκε το χειρόφρενο».

Αλαλιασμένος ο παλιός αραμπατζής πετάγεται έξω και χωρίς καν να κοιτάξει, φωνάζει, φωνή μεγάλη, στο τρίκυκλο: «Σου!! Σου ρε πρρρ!!»… Σα να φώναζε στο άλογο. Έγινε της κακομοίρας. Και πιο πολύ απ’ όλους γελούσε με το πάθημα του ο ίδιος ο «Γκοτζαμάνης», ο κυρ Αντώνης, ο παλιός αραμπατζής

Να λέω, κάπως έτσι προχωράει η ιστορία. Με τα όλα της. Ένας φίλος Κρητικός μου διηγήθηκε πως κάποτε ρώτησαν ένα εκατοχρονίτη συμπατριώτη του: «Πως σου φάνηκε γέροντα η ζωή;» «Σαν ένα ποτήρι κρύο νερό που το πίνεις μονορούφι». «Και ξεδίψασες γέροντα;». «’Ναθεμάτον που ξεδίψασε!».

Αυτό είναι λοιπόν. Κι  ας «δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε». Κι ας είναι όλα τούτα «ιστορίες παλιές που δεν ενδιαφέρουν πια κανένα» όπως λέει ο Γιώργος Σεφέρης. Ο Σεφέρης όμως το λέει για να το ξορκίσει. Ο Μητσοτάκης το λέει για να το επιβάλλει στους 17χρονους. Για να τους δέσει κόμπο την καρδιά. Τι να πεις; Άνυδροι άνθρωποι ρε παιδί μου. Ανεόρταστοι…