Ο ιππότης της ασφάλτου

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 26.12.19 ]

 

Ο καινούργιος χρόνος –ευτυχισμένος και γεμάτος νέες προσδοκίες- μόλις πλήρωσε το ακριβές αντίτιμο, πέρασε τα διόδια. Ο άλλος, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση, σαν κυνηγημένος το ’σκασε. Γρήγορα θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν θέλεις να σκέφτεσαι πια τις μέρες και τον χρόνο, απλώς να υπάρχουν, να κυλούν μέσα σου σαν το αίμα στις αρτηρίες, κι εσύ έξω από τον χρόνο, έξω από σένα, έξω απ’ όλα, σαν τις λευκές χάντρες που στροβιλίζονται απόψε μπροστά στα κίτρινα φώτα των φορτηγών. «Κυρίες και κύριοι, χρόνια σας πολλά. Η δεύτερη δεκαετία του νέου αιώνα μόλις ανέτειλε. Ας το γιορτάσουμε λοιπόν!»

Ξεροβόρι και παγωνιά. Ο Προμαχώνας λουσμένος στην ομίχλη, ενώ ξέφτια ουρανού ταξιδεύουν προς τον νότο. Από νωρίς το απόγευμα οι νιφάδες χόρευαν τανγκό στην εθνική, με μουσική υπόκρουση το μπαντονεόν που ακατάπαυστα έπαιζε ο βοριάς. Κι εσύ εγκλωβισμένη στην καμπίνα σου, τόσο ερωτικό χορό δεν έχουν ξαναδεί τα ματάκια σου. Αραιά και πού περνά κάποιο φορτηγό διεθνών μεταφορών. Γι’ αυτά δεν υπάρχουνε γιορτές, μονάχα δρομολόγια. «Χρόνια πολλά, καλή χρονιά να έχετε. Ασφαλή ταξίδια». Πόσες φορές θα το πεις ακόμα τούτη τη βραδιά σαν τη μεταλλική φωνή των τηλεφωνητών! Συνήθισες τη μεθόριο και τη μοναξιά –ζωή στα όρια που λένε- κι εσύ ονειρεύεσαι ταξίδια, να είσαι και να μην είσαι, να έρχεσαι και να φεύγεις, να μένεις η ίδια και την ίδια στιγμή να αλλάζεις, ένας Πασπαρτού που τρέχει και δεν σταματά πουθενά.

Αν ήσουν άντρας και πήγαινες στρατό θα το έλεγες «γερμανικό» ή κι εγώ δεν ξέρω πώς. Είσαι μαθημένη όμως εσύ σε τέτοιες βάρδιες -στην Ελλάδα γεννήθηκες και, το ξέρεις καλά, η Ελλάδα ποτέ δεν σε ένιωσε δική της. Σκληρό ελληνοπολωνικό μου μέταλλο, ανθεκτικό, είκοσι τεσσάρων Μαΐων! Και πέρυσι την ίδια βάρδια πήρες. Κανείς συνάδελφος δεν θέλει να εισπράττει χρήματα και να ανεβοκατεβάζει τις μπάρες πρωτοχρονιάτικα. Ο Στέλιος το ξέκοψε απ’ την αρχή. Έχω οικογένεια. Δεν μπορώ. Τελεία και παύλα. Και η Μαίρη, άρρωστο πατέρα. Δεν μπορεί να λείπει από το σπίτι χρονιάρα μέρα. Κι ο κλήρος πέφτει στην Αννούλα. Και τι να πεις; Έχω άντρα και δεν μ’ αφήνει να δουλέψω τέτοια μέρα; Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά καημένη; Η Μαίρη τότε πετάει ένα γελάκι, σαν να λέει, φουκαριάρα μου μ’ αυτόν που έμπλεξες, καλά ξεμπερδέματα. Αλλά τσιμουδιά, γιατί είναι η καλύτερή σου φίλη και συνάδελφος και τις Πολωνές τις αγαπάει, γιατί ήταν κι η γιαγιά της από κείνα τα μέρη, οι Πολωνοί, λέει, είναι ο πιο εργατικός λαός της Ευρώπης, δουλεύουν αδιαμαρτύρητα και γίνονται θυσία για τον συνάδελφο, αλλά εγώ ατύχησα, θα μου πει, που γεννήθηκα στην Ελλάδα και παντρεύτηκα τον Μίλτο Διάκο που δεν ήθελε άλλα παιδιά –είχε ένα από τον πρώτο του γάμο και του ’φτανε- και το είχε δηλώσει καθαρά και ξάστερα πολλές φορές, ακούς εκεί, ποιον; τον Μίλτο που όλοι ξέρανε τι κουμάσι είναι, κι εγώ –πάντα το ’λεγε η Μαίρη- δεν του άξιζα, γαμώτο, μου κάνει για πολλοστή φορά, τι ήθελες και μπήκες τότε στο ταξί του Μίλτου, τι του βρήκες, την ομορφιά, τα νιάτα, τα λεφτά; ήθελα να ’ξερα· τον Μίλτο που ποτέ δεν σ’ αγάπησε και ποτέ δεν σ’ ακούει, τον Μίλτο που διαρκώς σε κάνει να νιώθεις ενοχές για τα μικρά σου «θέλω», τον Μίλτο που ποτέ δεν κατέκτησες;– μου τα έχεις ξαναπεί θα της έλεγα, αλλά στο τέλος δεν βγάζεις άχνα -δεν σε παίρνει κιόλας- και θα την κάνεις αδιαμαρτύρητα τη βάρδια και τη δική σου και της Μαίρης, ο Μίλτος απόψε θα παίζει χαρτιά με τους φίλους του και θα έρθει σπίτι, δεν ξέρεις πότε, μπορεί και να μην έρθει καθόλου, κάπου αλλού θα κοιμηθεί, και ούτε ένα μήνυμα δεν πρόκειται να σου στείλει, τα βαριέται αυτός τα τυπικά, μηνύματα ευχές και αηδίες, και στ’ αλήθεια ούτε πολυσκοτίζεσαι, απόψε πρέπει, λέει, να του πάει καλά το χαρτί, για να έχει ρέντα όλη τη χρονιά, και από το ταξί ψωμί δεν βγάζει, δέκα ώρες στο τιμόνι μόνο για το ενοίκιο και ό,τι βγάλει μετά, είκοσι ώρες μέσα στ’ αμάξι για να μαζέψουν λεφτά, να τσοντάρει και στον αδελφό του που δεν έχει μία, σακάτης άνθρωπος πια, αλλά πριν από δύο μήνες πέρασε με κόκκινο πιωμένος και θα του έπαιρναν το δίπλωμα αλλά αυτός έχει άκρες παντού, παρακάλεσε, φίλησε κατουρημένες ποδιές, έσπρωξε δυο χιλιάρικα και τελικά τη γλύτωσε φτηνά, ευρώπουλο δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, και συ να επιμένεις για παιδί, από μένα σου λέει δεν πρόκειται να δεις ούτε σκυλάκι, κι άμα γουστάρεις βρες κανέναν συμπατριώτη σου και κόψτε τον λαιμό σας, και δεν τον πιέζεις άλλο, έχει πολλά νεύρα ο Μίλτος τελευταία και φοβάσαι μην πάθει κανένα κακό στο τιμόνι, κατά βάθος είναι καλό παιδί, κάτι πρέπει να στράβωσε, κάπου εκτροχιάστηκε το τρένο, το ταξί θέλω να πω, αλλά δεν σου λέει τον λόγο, το νιώθεις, κάτι πρέπει να ’γινε, μια μέρα γύρισε και ήταν κάτασπρος και δεν μίλαγε, μόνο κάποιον Μηνά αναθεμάτιζε, λες και έβλεπες φάντασμα να κυκλοφορεί μεσημεριάτικα, αλλά τα φαντάσματα δεν βγαίνουν στις δύο το μεσημέρι, κοιμούνται και ξυπνάνε τα μεσάνυχτα· κι ο Μίλτος δουλεύει μέρα νύχτα κι εσύ τα περισσότερα βράδια, και δεν βαρυγκωμάς που εισπράττεις χρήματα πρωτοχρονιάτικα, μόνο αυτός ο πονοκέφαλος δεν λέει να φύγει, τιρμπουσόν δουλεύει από ώρα στα μηλίγγια σου, τρέμεις σαν τα φώτα του δρόμου, σίγουρα έχεις πυρετό, σχεδόν κοιμάσαι πάνω στο σκαμπό της καμπίνας, και το τζάμι είναι θαμπό και τρίζει από τον πάγο, και οι νιφάδες, μύγες λευκές που στροβιλίζονται στον αέρα και σε ζαλίζουν -ντροπή αν έρθει κάποιο αμάξι, τι θα πουν, φτιάχνεις το μπλε σακάκι της στολής, βγάζεις και το καθρεφτάκι που κουβαλάς στην τσάντα σου, είσαι χλωμή, μια τσουγκράνα γδέρνει τον λαιμό σου, ψήνεσαι σαν το χταπόδι στην θράκα, τέσσερις ώρες θα περάσουν, δεν μπορεί, κάνε το λοιπόν λιγάκι υπομονή, ελληνοπολωνικό μου μέταλλο, αμάξι δεν περνά απόψε, κι αυτά τα φώτα από τη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας σε τυφλώνουν, ζεσταίνεσαι μέσα στο καβούκι σου, λιώνεις σαν θερμαστής στο στόκολο, θέλεις να βγάλεις το σακάκι αλλά απαγορεύεται, γαμώτο, φοβάσαι μην δώσεις λάθος ρέστα, πενήντα ευρώ σας έδωσα σου λέει ο τύπος μέσα στο κόκκινο φίατ, δεν είσαι σίγουρη, μήπως έδωσε εικοσάευρο και σε δουλεύει; όχι, έχει δίκιο, δίνεις τα χρήματα και την απόδειξη με ένα διαφημιστικό για μια πιτσαρία που στις δύο η μία δώρο και μια κόκα κόλα. Απόψε η εταιρεία Δρόμοι της Ευρώπης χαρίζει κι ένα ρόδι, έτσι για το καλό του χρόνου. Σηκώνεις την μπάρα και φεύγει γκαζωμένος, όλοι Βουλγαρία πάνε απόψε για χαρτί και για γυναίκες, το ’χουν λέει γούρι σ’ αυτά τα μέρη να ξαπλώνουν με Βουλγάρες την πρώτη νύχτα του νέου χρόνου και να γεύονται τη φτηνή βουλγάρικη πολυτέλεια στο Σαντάνσκι. Άλλο και τούτο με τους Έλληνες. Εδώ γεννήθηκες μα δεν τους καταλαβαίνεις πια. Σαν να πέρασε λαθραία κάποια νύχτα από τα διόδια ολόκληρη η Ελλάδα, ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Και σκέφτεσαι πότε πέρασε ένας ολάκερος χρόνος -θυμάσαι την περσινή Πρωτοχρονιά με την χιονοκαιριά και τον Προμαχώνα λευκή πετσέτα στο κορμί σου, που είχες πάλι πυρετό και η περίοδος σ’ έκοβε στα δυο και ήσουν χάλια και δεν είχες ένα μπουσκοπάν ούτε ένα ντεπόν μαζί σου και έτρεμες σαν το ψάρι -έξω το αγιάζι περόνιαζε τα κόκαλα και οι νιφάδες περιδινούμενες σε μιαν ακαθόριστη τροχιά, και όταν άνοιγες το τζάμι σε κάποιον οδηγό, μπούκαρε ο παγωμένος αέρας που νόμιζες ότι κατέβαινε σαρωτικός από τα μέρη των γονιών σου, και σου ’φερνε νέα από την άλλη, τη μακρινή πατρίδα, πέντε χρόνια έχεις να πας εκεί πάνω, αποφεύγεις και να το θυμάσαι, πατέρας σου ήταν μια φορά, τον συγχώρεσες, κακία δεν κράτησες, πώς μπορείς άλλωστε, άρρωστος άνθρωπος, έφυγε γρήγορα, σακατεμένο συκώτι, κι η μάνα σου στα Γιαννιτσά ξεβαβουλιάζει ολημερίς τις σβούρες του μπαμπακιού και παιδεύεται στα χωράφια, αυτήν μονάχα έχεις και τον μικρό τον αδερφό σου, ο κατάξανθος Χρίστος, με τον Χριστό μοιάζει, πολύ τον αγαπάς και θέλεις να σπουδάσει, γιατί είναι καλός μαθητής και κόβει το μυαλουδάκι του, αχ, τι σ’ έπιασε πάλι απόψε και τα θυμάσαι όλα τούτα, μελό κατάντησες πια, καημένη– α, ναι πέρυσι, κωλόκαιρος, ένα κλικ μετά τα μεσάνυχτα, μια τριαξονική νταλίκα, πάμφωτη κυλούσε στην μαύρη άσφαλτο, καράβι που σχίζει τον ωκεανό, τι θηρίο Παναγιά μου είναι τούτο, σκέφτηκες, πώς το κουμαντάρουν, και το χιόνι απ’ το γκρίζο κόσκινο πύκνωσε ξαφνικά και ράντιζε με την άχνη του τον δρόμο, και ο πυρετός ανέβαινε-ανέβαινε και νόμιζες σε λίγο θα εξατμιστείς, και έτριψες τα μάτια σου, τα έκλεισες, τα ξανάνοιξες, και δεν πίστευες αυτό που έβλεπες, Μόνο η αγάπη, ρε αναβόσβηνε το παρμπρίζ με κόκκινα της φωτιάς γράμματα, σαν κινούμενο λούνα παρκ έμοιαζε, Μόνο η αγάπη, ρε, και το είδες καλά, ήσουν σίγουρη, και το είπες μόνη σου δέκα φορές μέχρι να το πιστέψεις, Μόνο η αγάπη, ρε, Μόνο η αγάπη, ρε, το τραγούδησες και ένιωσες καλύτερα, βρε τι παράξενα πράματα είναι τούτα, συλλογίστηκες, τέσσερις λεξούλες να σου ρίχνουν τον πυρετό, Μόνο η αγάπη, ρε, και η νταλίκα φρέναρε απότομα μπροστά στον θάλαμο, πήρες το πενηντάευρο, και έδωσες μηχανικά τα ρέστα και έναν κουραμπιέ σε σακουλάκι, και τότε ήταν που ένιωσες -για μια μετέωρη στιγμή- δροσερή ανάσα από χέρι αντρικό, καις, σου είπε με φωνή βαθιά κρητικιά, εσύ κούκλα μου ζεματάς ολόκληρη, και πολύ θα ήθελες εκείνη δα τη στιγμή να γινόσουν πάγος και να σ’ έλιωνε με τα φιλιά του, τσιγάρο και να σε κάπνιζε μονορούφι, και συ τα έχασες, δεν ήξερες τι να πεις, είχες το χέρι του στο δικό σου και δεν το άφηνες, ναι δεν το άφηνες, και τα υγρά του μάτια έκλεισαν για πάντα τη μορφή σου, ένας αιώνας κύλησε -μισό λεπτό, σου είπε- σήκωσες την μπάρα, κι αυτός κάλπασε με ορμή και άραξε σαν έμπειρος καπετάνιος το υπερωκεάνιο στην άκρη, πόντισε την άγκυρα, και τον είδες να τρέχει με το κόκκινο σακίδιο στην πλάτη, ένας ψηλόλιγνος αγιο-Βασίλης με κατάμαυρα γένια, μπροστά στο παραθύρι σου, και φαντάστηκες πως είναι ιππότης και θέλει να σου κάνει καντάδα

Μια παραστιά τη σκέψη μου απάνω σου έχω κάνει

να μην αφήσω τ' όνειρο τσ' αγάπης να κρυγιάνει-

πάρε δυο ντεπόν, σου είπε, και μια καραμέλα για τον λαιμό, πιες και λίγο δίκταμο απ’ το νησί μου, και συ γητεμένη τον κοιτούσες αμίλητη –ουράνιο τόξο το χαμόγελό του μες στη σκοτεινιά- και εκτελούσες πρόθυμα ό,τι σου ζητούσε, σαν ασθενής που υπακούει τυφλά στις οδηγίες του γιατρού του, ο θρακιάς είναι φονιάς και δεν αστειεύεται σ’ αυτά τα μέρη, έτσι είπε, και θύμωσε πολύ που ένα τέτοιο βράδυ βάζουν ένα όμορφο κορίτσι να κάνει βάρδια, μαλακισμένες εταιρείες, είπε τσαντισμένος, μαλακισμένες εταιρείες, επανέλαβε, και άλλο αυτοκίνητο δεν περνούσε, και τότε ακούμπησε με την παλάμη το μέτωπό σου, και συ τον είδες να παίρνει φωτιά, να φλέγεται πρωτοχρονιάτικα σαν πασχαλινή λαμπάδα, κι η νύχτα μεσημέριασε, καλή χρονιά να ’χεις κοπελιά, και σου ’κλεισε το μάτι· και συ άφωνη τον κοιτούσες· μισό λεπτό, είπε, έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από την τσέπη και σου τραγούδησε –όρθιος μες στην παγωνιά και το χιονόνερο- για το καλό του νέου χρόνου τα κάλαντα, κράτα όλο το φλασκί, σου έγνεψε στο τέλος, και έτσι όπως τον έβλεπες να φεύγει, νόμιζες πως ήταν ένας φλεγόμενος κουραμπιές, πασπαλισμένος ζάχαρη στα μαλλιά, στα χέρια, στο στήθος, στα ρούχα, και πολύ θα ήθελες να τον κάνεις μια χαψιά. Έφυγε και δεν τον ξανάδες εδώ και ένα χρόνο και τώρα συλλαβίζεις ένα ένα τα γράμματα της επιγραφής –μόνο η αγάπη, ρε- όπως οι τυφλοί διαβάζουν με τα δάχτυλα, και κάθε μέρα περιμένεις να…

… Ένας χρόνος που πέρασε βασανιστικά και τα πάντα διαλύθηκαν. Και ο Μίλτος κάθε μέρα να γκρινιάζει «η ζωή είναι λιγόχρονη, δεν μπορώ άλλο τη μιζέρια, φτώχεια ίσον τιμωρία στο τετράγωνο, θέλω να ζήσουμε καλά χωρίς να μας λείπει τίποτα, μ’ ένα μεγάλο σπίτι στα προάστια, με διπλό γκαράζ και κήπο, να αποκτήσω επιτέλους και το δικό μου ταξί, θα τα καταφέρουμε Άννα, θα δεις, εμείς πού να πάρει ο διάολος θα τα καταφέρουμε όπως και να ’χει, θα δεις, όχι σαν τον αδερφό μου τον Θανάση που τα σκάτωσε ο μαλάκας –είναι κι η διατροφή στη μέση, μήνας μπει, μήνας βγει… καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; μην το ξεχνάς, θα δεις», αρκεί να είμαι δίπλα του και να έχω υπομονή και είμαστε νέοι ακόμα, έχουμε χρόνο μπροστά μας, γι’ αυτό να παίρνω προφυλάξεις, ξέρεις εσύ, μου έκανε χολωμένος, μην πας να την φέρεις πισώπλατα στον Μίλτο, κακομοίρα μου, μόνη σου θα το μεγαλώσεις όπως κι η προηγούμενη, είπε αγριεμένος, κι αυτός δεν έχει καμιά ευθύνη, με είχε προειδοποιήσει, πιο ξεκάθαρα δεν γινόταν- Καθολική ξε-καθολική θα το ρίξεις, μου δήλωσε το καλοκαίρι που είχα καθυστέρηση, με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Α, ρε Άννα, αυτός ούτε τον εαυτό του δεν αντέχει. Και σκέφτεσαι, κάπως έτσι θα ένιωθε και κείνη η συνονόματή σου, η Εβραία ντε, που κρύφτηκε στη σοφίτα για να γλυτώσει από τα βάσανα και τον διωγμό, αλλά ήταν Εβραία και ανήλικη, και συ ξένη και Καθολική και παντρεμένη με τον Μιλτιάδη Διάκο και μισή γυναίκα πια, που δεν σε υπολογίζει, και θέλεις να φύγεις, να φύγεις όσο πιο μακριά γίνεται από τούτη τη νεκρόπολη που σε ρουφάει νύχτα μέρα, διπλώνεις στα δυο και πιάνεις την άδεια σου κοιλιά, χέρσο χωράφι που βίαια το ξερίζωσαν εδώ και τρεις μήνες.

Και το κρύο δυναμώνει και το χιόνι στρωμένο σεντόνι στην άσφαλτο και ο πυρετός σε λιώνει σαν το κλεφτοφάναρο που λιώνει το καλάι, και οι ώρες δεν τσουλάνε και η κίνηση πυκνώνει, σε λίγο ξημερώνει, το θερμός άδειο -κλείνεις τα μάτια και κάνεις μιαν ευχή, μέρα που ’ναι να γύριζε πίσω ο χρόνος και να αντίκριζες από μακριά καμιά τριαξονική -γενικά πάντα συμπαθούσες τους οδηγούς αυτών των φορτηγών που δεν γνωρίζουν σύνορα και δεν ανήκουν πουθενά- Μόνο η αγάπη, ρε αυτό δεν το έχεις ξαναδεί και πώς να το ξεχάσεις άλλωστε -Η Παναγιά μαζί σου και τα άλλα τα σαχλά που γράφουν δεν σου κάνουν καμιάν εντύπωση- και για μια στιγμή σού περνά η ιδέα πως πέρυσι δεν συνέβη τίποτα, πως όλα τα φαντάστηκες από τον πυρετό, ένα παραλήρημα, μια παραίσθηση, ένας ίσκιος βουβός, γιατί κάπου θα τον έπαιρνε το μάτι σου ένα χρόνο τώρα, δεν μπορεί, οι ίδιοι περαματάρηδες πάντα περνούν τα σύνορα και σε λίγες μέρες ξαναγυρίζουν, το ίδιο δρομολόγιο, πάνω κάτω την Ευρώπη, ένα εκκρεμές η ζωή τους Ανατολή και Δύση, και από τότε πιάνεις την κουβέντα σε όλους, όχι μόνο καλό δρόμο και τα σχετικά, και τους ρωτάς αν ξέρουν έναν τον τύπο που τον φωνάζουν Μόνο η αγάπη, ρε και γελάνε καλόκαρδα, κανέναν δεν ξέρουν μ’ αυτό το όνομα, και ένας πριν από καιρό σε ρώτησε -ινδιάνος είναι ο δικός σου κοπελιά;- γέλασες με την καρδιά σου και του είπες: ινδιάνος δεν είναι· ιππότης, σίγουρα, πάνω στη μαύρη την νταλίκα, ο ιππότης της ασφάλτου, και περιμένεις κάθε βράδυ να ξαναφανεί ο Μόνο η αγάπη, ρε, να σταθεί μπροστά στο παραθύρι σου και συ να λύσεις τους κάβους που σε δένουν με τούτο τον τόπο, για να σαλπάρουν λεύτερες οι ψυχές σας, να γεμίσεις απ’ την παρουσία του, να τον γεμίσεις με τη δική σου, να γεννιέσαι αδιάκοπα κάθε στιγμή από τον έρωτά του –αυτός, ο σύρτης κ’ εσύ, η κλάπα- κι ύστερα να βουτήξεις όλα τα λεφτά απ’ το ταμείο χωρίς να τα μετρήσεις, να καβαλήσεις το μαύρο άτι και να το σκάσεις μαζί του, πού; δεν έχει σημασία, μόνο να γλιτώσεις, να γλιτώσεις απ’ όλα, και τη δουλειά και τον Μίλτο και την Ελλάδα- και να μην γυρίσεις ποτέ πια το κεφάλι πίσω σου να δεις, γιατί μπορεί και να γίνεις πέτρα –και θυμήθηκες όταν τον ρώτησες, για πες μου πού τραβάς βρε παλικάρι, και σου ’δειξε με το δάχτυλο, εσύ τα έχασες, γιατί δρόμος δεν υπάρχει κατά κει, μόνο ψηλά βουνά, εκείνος σου ’πε: «δρόμος δεν υπάρχει, μονάχα προορισμός· όπου βαδίζει ο άνθρωπος, εκεί γίνεται δρόμος, περισσότερα μην ρωτάς, δεν ξέρω»· απόρησες, σιώπησες σαστισμένη και τον κοίταξες βαθιά στα μάτια -αλλά σκέφτηκες τη μάνα σου και τον μικρό και δίστασες -δεν πειράζει, θα τους στείλεις λεφτά και θα έρθουν να σε βρουν, μόνο να φύγεις να φύγεις μαζί του- και συλλογιέσαι πως όταν χάνεται η μάχη, σου μένει ο δρόμος, δρόμος χωρίς επιστροφή, κάτι είναι κι αυτό -να σηκώσεις τούτη δω την μπάρα, να γκρεμίσεις και τα σύνορα, να ρίξεις και τα συρματοπλέγματα και τα δόκανα που φράζουν τον δρόμο στους φευγάτους και στους απόκληρους, να φτιάξεις γέφυρες παντού και να ταξιδέψεις σε μέρη που δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές, ναρκοπέδια, σημαίες, φράχτες, σε μέρη που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή αν είσαι Εβραία ή Καθολική, Ελληνίδα, Πολωνή ή Αφγανή, εργαζόμενη ή άνεργη, προσαρμοσμένη ή απροσάρμοστη, πόρνη ή αγία, τυφλή ή αλλοπαρμένη, αν γεννήθηκες στην Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, που δεν σε ρωτάνε πώς διαθέτεις το κορμί σου -και έχει άντρες που γονατίζουν και φιλάνε τις γυναίκες στην κοιλιά και τους ψάλλουν τα κάλαντα το παγωμένο ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς και κλαίνε για τα μάτια τους και δεν ντρέπονται να κλείσουν σφιχτά στα χέρια τους τις σαΐτες του έρωτα- κάπου που θα ’χει γαλάζιο ουρανό- γιατί βαρέθηκες πια να βρέχει χώμα και να προσκυνάς το χώμα, εκεί που οι οξειδωμένες πέτρες ανθίζουν ακόμα και τα αντρόγυνα πεθαίνουν αγκαλιασμένα -στον Μίλτο σίγουρα δεν θα λείψεις, την βρωμιάρα! θα πει, Πολωνή δεν ήθελα, καλά να πάθω, αλλά γλίτωσα από δαύτη και τις γκρίνιες της και τις εμμονές της με τα παιδιά, έτσι θα πει, σκοτούρες είχα βάλει στο κεφάλι μου –και τα λόγια του σταγόνες από φαρμάκι- πουτάνα Πολωνή! και θα σε ξεχάσει, αυτός πάντα εύκολα ξεχνά και στρίβει στη γωνία με την πρώτη ευκαιρία, και τα χαράματα που θα γυρίσει άυπνος στο σπίτι απ’ τη δουλειά, απ’ το χαρτί; ένας Θεός ξέρει, θ’ αντικρίσει στον καθρέφτη του μπάνιου γραμμένο καλλιγραφικά με το κόκκινο κραγιόν σου Μόνο η αγάπη, ρε και θα γελάσει ο ανόητος και δεν θα καταλάβει τίποτα απολύτως, πώς γίνεται μια Πολωνή, μια ξένη, ένα θύμα, πώς γίνεται να σφραγίζει ανεξίτηλα τη μήτρα της στο μέλλον.

Ο ανόητος.

Τίποτα απολύτως.

Τα φώτα της Εθνικής πλημμυρίζουν την καμπίνα σου και λούζουν το λασπωμένο σου μυαλό. Η αγάπη, σκέφτεσαι, με χίλια ξαμολιέται πάνω σε τριαξονική, και θέλεις πλάι του να βρεθείς όταν ο ήλιος ανατείλει με τον πρώτο στεναγμό. Κλείνεις τα μάτια και ντουμπλάρεις τη φωνή του Κέιβ:

Θα διασχίσω θάλασσες κι ωκεανούς,

πάνω από δάση με τα δέντρα μαυρισμένα

κι από κοιλάδες τρόμου, που δεν βάζει ο νους,

για να βρεθώ δίπλα σε σένα.

Όπου να ’ναι χαράζει η καινούργια μέρα, ο καινούργιος χρόνος, και συ τις νύχτες θα μελετάς την απουσία του. Γυμνή από τη ματιά και το άγγιγμά του. Ώς το τέλος. Ώς το τέλος του κόσμου. Και πέρα απ’ αυτό.

 

[Σπουδή στο κίτρινο, εκδ. Το Ροδακιό, 2018]