Υπάρχει ήδη ένα διαμορφωμένο κλίμα στην κοινή γνώμη ότι η εκλογική ήττα Νετανιάχου θα σημάνει αλλαγή της πολιτικής του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστίνιους. Όμως είναι βέβαιο ότι όποια κι αν είναι η επόμενη κυβέρνηση η συναίνεση για το απαρτχάιντ, για την γενοκτονία στη Γάζα, για τον εποικισμό-εκτοπισμό των Παλαιστινίων από την Δυτική Όχθη δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί.
Όπως δηλώνει ο Αμερικανός συγγραφέας Nathan Thrall που ζει στην Ιερουσαλήμ, “μια αλλαγή πρωθυπουργού μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για τις δυτικές πρωτεύουσες παρά για τη Γάζα ή τη Δυτική Όχθη.” (Equator).
“Ο Νετανιάχου είναι ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος” λέει ο Thrall.
Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα στον αντι-νετανιάχου συνασπισμό στον οποίο ηγούνται ο Γκάντι Άιζενκοτ και ο Ναφτάλι Μπένετ, δεν έχουν διαφορές με τον Νετανιάχου. Κι αυτά αντιτίθενται στην παλαιστινιακή κρατική υπόσταση, υποστηρίζουν τη συνέχιση των οικισμών στη Δυτική Όχθη και τον πόλεμο με το Ιράν.
Τι θα άλλαζε με μια νέα κυβέρνηση; Ο τρόπος με τον οποίο το Ισραήλ μιλάει στον κόσμο και τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος μιλάει για το Ισραήλ. Να απαλλαγεί κοντολογίς από το στίγμα της γενοκτονικής πολιτικής.
“Ένας νέος Ισραηλινός πρωθυπουργός θα έδινε στις δυτικές κυβερνήσεις κάτι που τους λείπει απεγνωσμένα: μια εύλογη ιστορία αλλαγής. Το ερώτημα για το τι κάνει το Ισραήλ στους Παλαιστίνιους θα μπορούσε για άλλη μια φορά να εκτοπιστεί... Και μια πολιτική αλλαγή που θα αφήνει άθικτες τις θεμελιώδεις δομές της κατοχής θα μπορούσε να παρουσιαστεί διεθνώς ως σημείο καμπής.”
Εν συνόψει, το Ισραήλ θέλει να απαλλαγεί από την γενοκτονική εικόνα του, αλλάζοντας πρωθυπουργό, χωρίς όμως να αλλάξει την γενοκτονική πολιτική του.
Η Δύση από την δική της πλευρά επιδιώκει να απαλλαγεί από το στίγμα της συνενοχής στο έγκλημα κατά των Παλαιστινίων. Γιατί η Δυτική Όχθη και η Γάζα έχουν φτάσει στην τωρινή τους κατάσταση με την συνενοχή της Δύσης, λέει ο Thrall
“Μια αποχώρηση Νετανιάχου θα βοηθούσε τους δυτικούς ηγέτες να παρουσιάσουν τη νέα ισραηλινή κυβέρνηση ως μια ρήξη με το παρελθόν, κρύβοντας έτσι και τον δικό τους ρόλο στη δημιουργία αυτού του παρελθόντος. Η αδράνεια τους σχετικά με τη Δυτική Όχθη και η αποτυχία τους να σταματήσουν την καταστροφή της Γάζας θα μπορούσαν να αθωωθούν πολιτικά με την απλή πράξη υποστήριξης ενός πρωθυπουργού του οποίου το όνομα δεν είναι Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η αλλαγή ηγεσίας θα γινόταν μια μορφή πολιτικού μακιγιάζ, αποκρύπτοντας τις πολιτικές που οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν επιτρέψει εδώ και δεκαετίες.
Αν ο Νετανιάχου παραιτηθεί, θα υπάρξουν πολλές δυτικές φωνές που θα ζητούν να δοθεί μια ευκαιρία στον νέο Ισραηλινό πρωθυπουργό, να σταματήσουν τυχόν κυρώσεις, να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο με το Ισραήλ. Αν εισακουστούν αυτές οι εκκλήσεις, το Ισραήλ θα έχει κερδίσει περισσότερο χρόνο για να εδραιώσει τον έλεγχό του επί της παλαιστινιακής γης και των ζωών των Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνιοι θα συνεχίσουν να υποτάσσονται και να στραγγαλίζονται, και οι Δυτικοί ηγέτες θα μπορούν να αποφεύγουν ζητήματα συνενοχής και λογοδοσίας...”.
Όσοι στη Δύση θέλουν να δουν αλλαγή στην Παλαιστίνη, λέει ο Thrall, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το ερώτημα πώς η διεθνής πίεση θα μπορούσε να αλλάξει την πολιτική στάση των Ισραηλινών ψηφοφόρων και των ηγετών τους;
“Οι κυρώσεις, η διπλωματική απομόνωση, οι μη επενδύσεις, τα αθλητικά και τα πολιτιστικά μποϊκοτάζ καθώς και οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί είναι μεταξύ των μέτρων που θα μπορούσαν να κάνουν τη συνέχιση της κατοχής και της άρνησης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων να έχουν ένα απτό κόστος. Χωρίς συνεχή πίεση, δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε από τα μεγάλα σιωνιστικά κόμματα να εγκαταλείψουν την αντίθεσή τους στην παλαιστινιακή κρατική υπόσταση ή στις πολιτικές που έχουν εδραιώσει τον ισραηλινό έλεγχο και τον στραγγαλισμό των Παλαιστινίων...”

