«Εφοδος στον ουρανό»
[ Κατέ Καζάντη / Κόσμος / 22.10.26 ]«…Πήρα το τρένο για την Αμιένη. Ήμουν νευρικός και περίμενα σε κάθε στάση να μπουν τίποτα Άραβες που θα με έριχναν κάτω για να μου κλέψουν όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα…»*
Ο γεννημένος σ’ ένα χωριό που το μάστιζε η φτώχεια –πράγμα όχι και τόσο ασυνήθιστο στην αποβιομηχανοποιημένη βόρεια Γαλλία-, ο Εντί Μπεγκέλ μεγάλωσε ως αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών της ύπαρξής του. Έμαθε να φοβάται ό,τι του έλεγαν πως πρέπει να φοβάται, να σέβεται ό,τι έπρεπε να σέβεται, να υπομένει όσα έπρεπε να υπομένει. Οι γονείς του «ήθελαν να μου δώσουν καλή ανατροφή, όχι σαν αυτή που έχουν τα ρεμάλια και οι Άραβες στις εργατικές κατοικίες…». Σ΄ εκείνο το χωριό, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δεν χωρούσαν όνειρα. Εκείνη η «άλλη ζωή» αφορούσε «τον ταξικό εχθρό, αυτούς που έχουν τα μέσα, τους πλούσιους». Αλλά, μαζί με τη φτώχεια, χωρούσε ο ρατσισμός, ως συγκείμενο: «Οι βρωμοαράπηδες, δεν βλέπεις τίποτα άλλο στις ειδήσεις παρά μόνο Άραβες. Δεν είμαστε πια Γαλλία εδώ πέρα, Αφρική γίναμε…». Το αφήγημα του πατέρα-αφέντη -αφού ακόμα και η φτώχεια είναι πατριαρχικά δομημένη- παραμένει κυρίαρχο. Ο εξαθλιωμένος εργάτης μισεί τους Άραβες όσο και τους μπουρζουάδες, ίσως τους πρώτους, που του μοιάζουν, κατά τι περισσότερο.
Στο χωριό του Εντί Μπεγκέλ η ταξική συνείδηση είναι μια ξεχασμένη υπόθεση. Τα πληβειακά στρώματα εγκλωβισμένα στην αναπόδραστη μοίρα της διαρκούς ανέχειας, πίνουν φθηνό ουίσκι και παστίς και ψηφίζουν Λεπέν. Ψευτοζούν με επιδόματα, στο όριο της πείνας, ενώ οι δήθεν δουλειές που τους βρίσκει η κρατική δήθεν μέριμνα είναι τόσο μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, που δεν φτάνει ο μισθός για τα μεταφορικά καύσιμα.
Αυτοί οι άνθρωποι, το προλεταριάτο, το υποκείμενο που κινεί την ιστορία, έχει ήδη παροπλιστεί. Στη μέγγενη των προπαγανδιστικών μηχανισμών, εύκολα χάνει το ρηξικέλευθο της σκέψης του, εχθρεύεται τον ομόταξο φτωχοδιάβολο και βάζει πλάτες στον εχθρό του.
Διά παντός; Μάλλον όχι. Η φρικτή βία της φτώχειας εγείρει, κάποτε, εξεγερσιακά αντανακλαστικά. Και τότε η απάντηση δίνεται στους δρόμους. Βίαια ίσως, αλλά όχι εξίσου: η ωμότητα, ο κυνισμός του εγκλήματος να σου στερούν ψωμί και αξιοπρέπεια δεν συγκρίνεται με κανένα οδόφραγμα, με καμιά σπασμένη βιτρίνα. Η εναντίωση, η αντι-βία κρίνεται παράνομη μοναχά με συστημικούς όρους: αποτελεί, όμως, τη νόμιμη άμυνα έναντι εκείνων που τα θέλουν όλα δικά τους και τα αποκτούν με κάθε τρόπο.
Μπροστά, λοιπόν, στο συμβάν που δημιουργούν οι υποταγμένοι, το σύστημα αντιγυρίζει το προπαγανδιστικό επιχείρημα: οι «ισλαμοφασίστες» -ούτε κουβέντα, φυσικά, για τα βολικά εγχώρια μορφώματα-, οι Αραβες, οι μετανάστες κ.ο.κ. Και στο βάθος η επάρατος Αριστερά. Που υποκινεί τα έκτροπα, που τοποθετείται ξανά στα όρια της νομιμότητας: το ζήτημα να βγει εκτός νόμου το κόμμα της «Ανυπότακτης Γαλλίας», του Ζαν Λυκ Μελανσόν «μπορεί πλέον να τεθεί» είπε ο, σημειωτέον, κεντροδεξιός, πρόεδρος της Γερουσίας Ζεράρ Λαρσέρ.
Αλλά η ιστορία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη. Κι αν η σκέψη από μόνη της αποτελεί –κατά Ερνστ Μπλοχ- ανατρεπτική υπέρβαση, το «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο τούτο» μπορεί, σε μια μέρα, ν’ αλλάξει και τους συσχετισμούς. Έτσι ώστε τα σημερινά υποκείμενα της ήττας να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους.
Αν βέβαια η εξέγερση των από κάτω, με τη «δραματική συνάντηση πολλών διατρήσεων των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων» (John Holloway), θα διαρρήξει, εξουδετερώνοντας τες, τις συμφωνίες των από πάνω και θα προκαλέσει μετασχηματισμό της κοινωνίας τούτο αποτελεί μια υπόθεση που θα κριθεί στο μέλλον. Προς το παρόν, η «έφοδος στον ουρανό» μοιάζει να συνεχίζεται.
*Να τελειώνουμε με τον Εντί Μπεγκέλ, Εντουάρ Λουί, εκδ. Αντίποδες

