ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Το σχολείο που μ' αρέσει

[ ARTI news / Ελλάδα / 06.09.19 ]

Aφήγηση πρώτη

Εδώ και καιρό σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

Κανένα χνάρι

πώς να σ’ αγγίξω

λέξη μαγική

που θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση

τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

 

 Τότε είδα να περνάει η πομπή.

Στην αρχή πολύχρωμη.

Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.

Ύστερα κάτι κουρελήδες

να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.

Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα

κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά

είδα παράμερα το δάσκαλο,

λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μού φάνηκε.

Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα

και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.

Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.

άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη

κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.

Ξέκρινα τότε σκουριασμένο

το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.

Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα

κι εκείνα μ’ απιθώσαν καταγής.

Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.

Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι

είναι καιρός, χαμογέλασε.

Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.

Να βιαστούμε.

 

Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.

Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.

Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,

έγιναν έλκηθρα,

έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.

Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,

κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,

στο χέρι ή στο κεφάλι τους,

τον κοίταζαν αυτοί προσεχτικά

και κ α τ α λ ά β α ι ν α ν.

Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.

Ήταν η στιγμή

που η παλιά κλειδαριά

δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί

κι απάντησε στο γύρισμά του

με το χαρμόσυνο τρίξιμο

της δικαιωμένης προσμονής.

 

Επίλογος

 Εδώ και καιρό

σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,

φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί

στο ανοιχτό μου παράθυρο.

Τώρα που κόπασε στο ρέμα

ο χορός της πεταλούδας

και τα νερά ακινητούν

να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,

δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες

και για κλειστά λιμάνια.

Θα πω κάτι γλυκό,

σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή -

ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,

όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα -

έλα, λοιπόν, νύχτα,

φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες

στων παιδιών τα βλέφαρα.

Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.

Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί

ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,

ελπίζω.

Κούλα Αδαλόγου, από τη συλλογή Μαθητεία στην αναμονή. Δύο  ποιητικές αφηγήσεις ενδοσκόπησης, εκδ. Τα Τραμάκια, 2001

Το σχολείο του ευ ζην

(Ουτοπία;)

Άπλωσε τα χέρια του μπροστά μου… κούτσικα μικρά θα μάθαινε να γράφει απ’ την αρχή τις λέξεις την αλφάβητο... αργότερα θ’ άπλωνε τις σκέψεις του θα τις πολλαπλασίαζε ή θα τις διαιρούσε θα έψαχνε το παρελθόν θα έσκαβε μνήμες για να βρει ρίζες και ιστορία πρόσωπα λίγα ή πολλά αγαπημένα ή απρόσιτα φοβερά ή φοβισμένα κι έπειτα θα κατέφευγε στην τέχνη σε κάθε μορφή της για να την συνδέσει με τη ζωή να την κατανοήσει να την ανακαλύψει σε κάθε χτύπο σε κάθε φλέβα της που θα κατέληγε στη φύση ένα ολιστικό αποτέλεσμα ένα οικοσύστημα εν ειρήνη και  ελευθερία.

Κάπως έτσι ονειρευόταν από μικρός το σχολείο το δικό του σχολείο χωρίς τοίχους χωρίς να μοιάζει φυλακή και ξένος αφιλόξενος τόπος  χωρίς αυτή τη ξενική σύνθετη λέξη(bullying) που εισέβαλε έτσι βάναυσα στην σχολική του ζωή με όλη τη σκοτεινιά και τη βία που έφερνε μαζί της, και τον ταλάνιζε τον βασάνιζε, νόθευε την παιδικότητα  στοίχειωνε την εφηβεία του τη δική του και των φίλων του των συμμαθητών/τριών του τις μεταξύ τους σχέσεις και φιλίες. Ποιες λέξεις ποια ενωτική δύναμη θα μπορούσαν να την εξορίσουν να την εξοστρακίσουν μια και καλή μια για πάντα από το σχολείο, από τη ζωή τους;

Φανή Αθανασιάδου

 

Το σχολείο που μ’ αρέσει

κομμάτια κι αποσπάσματα μιας τριαντάχρονης πορείας

Δεν θα μιλήσω για το σχολείο που θα ήθελα να υπάρχει. Λόγια ρομαντικά ακούγονται και ανεδαφικά πολύ. Δίπλα μας υπάρχει το σχολείο που το φτιάχνουμε εμείς, όταν λέμε τα όχι μας εκεί που πρέπει κι όταν πρέπει, κάθε φορά που ένας ολόκληρος μηχανισμός μας καταπίνει ασάλευτους, αν δεν κάνουμε κάτι. Στα σχολεία λοιπόν που ζούμε και δουλεύουμε, εκεί ας ψάξουμε να δούμε τα σωστά και τα όμορφα, τα επιθυμητά και τα τάχα οραματικά:

Στο παιδί με το στεφάνι που ανεβαίνει τον ανηφορικό δρόμο του χωριού. Και είναι δύσκολος τόπος, και οι μνήμες του εμφυλίου ακόμα ζωντανές. Κι όμως, μπροστά αυτός και πίσω όλο το σχολείο έχουν βάλει σκοπό να το ακουμπήσουν το στεφάνι τους,  αυτή τη μέρα μνήμης του Πολυτεχνείου, στο ηρώο της πλατείας. Και ξαφνικά ο πρώτος πετρώνει. Ακίνητος δείχνει το όπλο που ξεπροβάλλει από το κουφωτό παράθυρο και απειλεί τα νέα παιδιά. Κι αυτός που κρυμμένος το κρατάει με σαλεμένο το μυαλό θαρρεί πως βλέπει τους αντάρτες μπροστά του, χρόνια πίσω πολλά. Κι όταν τον ρωτώ αυτόν τον πρώτο, τον δεκαεπτάχρονο, τι θα κάνουμε, αυτός αποκρίνεται: Μα τι άλλο; Θα προχωρήσουμε.

Στα παιδιά που διψώντας για μουσική σε μια εντελώς άηχη, μίζερη ελληνική επαρχία έρχονται και δανείζονται τις κασέτες μου και πλημμυρίζει ο τόπος από ήχους πρωτάκουστους στ’ αυτιά τους. Κι αυτά ακούν και μαθαίνουν, στο πείσμα των γονιών τους που προειδοποιούν: όχι στο σπίτι αυτηνής!

Στα παιδιά που τα έλεγαν αλήτες κι αυτά αποδεικνύονται τα καλύτερα μυαλά, ψυχούλες  μοναδικές, κιμπάρικες. Μόνο που κανείς ως τότε δεν χαράμισε δυο λέξεις να τους πει.

Στα παιδιά που αρνούνται να πάνε στην παρέλαση της ομοιομορφίας και το λένε ξεκάθαρα. Κι ας ξέρουν πως μόνο μια φωνή θα τα στηρίξει μέσα σ’ ένα σύλλογο καθηγητών, που είτε δειλιάζει να μιλήσει είτε (ακόμη χειρότερα) αρέσκεται στις παράτες και στους ξεφτισμένους λόγους των εθνικών εκδηλώσεων.

Στα παιδιά που κάποτε θέλησαν να συνεχίσουν εκείνα τον αγώνα των καθηγητών τους που επιστρατεύθηκαν και έκαναν την πρώτη κατάληψη – πόση απόσταση αλήθεια από το σήριαλ των καταλήψεων εν είδει ετήσιας υποχρέωσης!

Στους μαθητές εκείνους που τότε παλιά, όταν για πρώτη φορά κλήθηκαν να ψηφίσουν τους αντιπροσώπους τους, θεώρησαν απαραίτητο να μιλήσουν με θέσεις και προτάσεις για το σχολείο τους και τη γνώση και την παιδεία – πόση απόσταση αλήθεια από τον σύγχρονο ευτελισμό να έχουν οι μαθητικές κοινότητες μοναδικό θέμα μια πενθήμερη εκδρομή!

Θα μπορούσα να γράφω συνέχεια, καθώς έρχονται στο μυαλό κι άλλα, κι άλλα παραδείγματα. Σκηνές οι παραπάνω, λιγοστές μέσα από τις αναρίθμητες που συναντάμε όταν έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και την ψυχή μας έτοιμη για το καινούργιο. Μέσα σε σχολεία που ξεπερνούν τους τύπους, που τολμούν, που προτείνουν, που αρνούνται να υπακούσουν όταν δεν πρέπει, με καθηγητές που διδάσκουν διδασκόμενοι, που κατευθύνουν στη γνώση ακόμη και εκτός προγράμματος (ή κυρίως τότε), που αντιμάχονται τις αυθαιρεσίες όπου τις συναντήσουν, ακόμη κι αν λάβουν ως απάντηση μια ξεγυρισμένη Ε.Δ.Ε. (Ένορκη Διοικητική Εξέταση) με το ερώτημα της απόλυσης.

Υπάρχουν τέτοια σχολεία, υπάρχουν τέτοιοι μαθητές και φυσικά υπάρχουν τέτοιοι καθηγητές. Αυτά τα σχολεία μου αρέσουν και τα έχω συναντήσει σε  μια τριαντάχρονη πορεία. Δεν είναι οραματικά. Αληθινά είναι.

Διώνη Δημητριάδου

 

Φταίει η Εύα

 Φταίει η Εύα αποφάνθηκε ο ιερωμένος στο ποίμνιο

Αυτή φέρει το μολυσμένο ωάριο αυτή εκτρέφει bonobo  

Αυτή αρέσκεται σε εκτροπές παραβίασης του ορθού 

Αυτή μυεί τα ανίδεα σε απαγορευμένες ερωτογενείς ζώνες

Αυτή γεννά λέοντες τους μεταπλάθει έκπτωτες πεταλούδες

Αυτή ή έχιδνα αυτή η μιαρή αυτή η σκοτεινή και η άναρχη

 

Ο απερχόμενος παρέδωσε άπραγος το χαρτοφυλάκιο με ευχολόγια

Κάποιος προκάτοχος είχε αποπειραθεί να βάλει σε τάξη τον Γολιάθ

Εξωθώντας τον βρέθηκε έξω ο ίδιος άλλωστε ο Δαβίδ συνήθως αστοχεί

Πώς ν' ανοίξει η πύλη διάπλασης αμνών δίχως μύρα δίχως αγίασμα

Ο ερχόμενος μόλις ανέλαβε επικαλέστηκε τον ιερό κανόνα

Κάλεσε τους Ιεροδιδασκάλους να συνδράμουν στο έργο

 

Η Εύα θα ονειρεύεται για καιρό χελιδονοφωλιές στα θρανία

Να σπινθηρίζουν δάσκαλοι στα κεφάλια μαθητών να γεννούν περιστέρια

Να κάθονται δίπλα δίπλα του κόσμου παιδιά να πλέκουν στεφάνι

Να κατασκευάζουν στο εργαστήρι δρύινα υποπόδια για τη γιαγιά

Να βάφουν τροχήλατα καρότσια κόκκινα φτερά για ανήμπορα πόδια

Να εφευρίσκουν δορυφορικά συστήματα υδροπλάνα για γαλαξίες

 

Εν τωμ εταξύ σκοτεινιάζει νωρίς στον κόσμο της ιερογλυφικής δυστοκίας

Λέξεις ιδέες νοήματα αρχές παλίμψηστα επικάθονται το ένα στο άλλο

Φοράνε την κάπα ανάποδα αλλάζουν πουκάμισα ανταλλάσσουν καρέκλες

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

 

Στο σχολείο που μου αρέσει

Με λένε Ισμαήλ και είμαι Κουρδοσύριος.

Κάθε πρωί πριν φύγω για το ελληνικό σχολείο

η μαμά μου γυαλίζει τα παπούτσια.

Όταν γυρνώ με περιμένουν πάντα στην γωνία

Ελληνόπουλα με ανόθευτο αίμα ένδοξης φυλής

με γρονθοκοπούν και με κλωτσούν

γυρνώ πάντα με τα παπούτσια λερωμένα.

Κάθε πρωί η μάνα τα ξαναγυαλίζει με υπομονή.

Στο σχολείο που μου αρέσει

δεν υπάρχουν γονείς που κραδαίνουν ασπρογάλαζες σημαίες

στις τουαλέτες δεν γράφει έξω οι ξένοι και γυρίστε στην πατρίδα

δεν υπάρχουν χαραγμένες σβάστικες στα θρανία

δεν με αποφεύγουν στην τάξη τα παιδιά

γιατί έχω τάχα ψείρες, πανούκλα ή ιλαρά,

ούτε γελούν μαζί μου γιατί δεν μιλώ ακόμα σωστά την γλώσσα.

Στο σχολείο που μου αρέσει η δασκάλα με αγαπάει,

μου χαϊδεύει το κεφάλι, μου μιλάει γλυκά,

δεν δυσανασχετεί όταν της κάνω ερωτήσεις

δεν αναστενάζει συνέχεια όταν κάτι δεν γνωρίζω.

Στο σχολείο που μου αρέσει

είμαι ο Ισμαήλ

και φοράω πάντα γυαλισμένα παπούτσια

που αστράφτουν.

Χλόη Κουτσουμπέλη

  Η τοξικότητα του χρόνου

Λάθος είναι φυσικά που διδάσκουν οι δάσκαλοι μόνο εντός της αύρας του επαΐοντος. Κι αυτό επειδή τη γνώση οφείλουμε να την κοινωνούμε σαν τον έρωτα: αλληλοδραστικά. Έχουμε εκεί βέβαια το μέγα σκάμμα. Πώς μετρούν τον χρόνο οι δάσκαλοι και πώς τον μετρούν οι μαθητές. Τους ανυπόμονους εφήβους, που συναντιόνται με τη σάρκα, είναι να τους λυπάσαι, αφού η ενοχή - αυτό το έμφυτο διαχρονικό αντισυλληπτικό -τους αφαιρεί την ομορφιά και τους κάνει να αισθάνονται ότι θα παραμείνουν προνύμφες εσαεί: ουδέποτε θα αφεθούν να γίνουν χρυσαλίδες, πολλώ δε μάλλον να ανοίξουν φτερά και να πετάξουν. Και δεν βρίσκεται εκεί ένας δάσκαλος να πει δυο λόγια να αραιώσει την τοξικότητα του χρόνου τους, που φαίνεται να εκτείνεται δια παντός. Βλέπεις, αν έπρεπε να αναπαρασταθεί η αίσθηση του χρόνου συναρτήσει του χρόνου, θα ήταν μια καμπύλη υπερβολή που απειρίζεται κοντά στα 16 και μηδενίζεται απ’ τα 50 και μετά. Έτσι σκεφτόμουν πώς να διδάξω την αξία του χρόνου, εκτός χρόνου, να φτιάξω μια ποτίστρα εμπειρίας που να αλητεύει δίχως άγκυρες και να έρχονται τα πουλάκια μου να πίνουν τον χρόνο δίχως να γερνούν. Κάτι τέτοιες εφευρέσεις όλο σκέφτομαι κι ο κόσμος με λέει είτε ποιητή, είτε - το συνηθέστερο - μεγάλο απατεώνα.

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος - Οι Πόλεις το Χειμώνα – εκδόσεις Έναστρον 2018 –(υποενότητα: Κείμενα για την Αφαλάτωση)

 Οι χάρτινες μου πτήσεις

Συχνά έρχεται στον ύπνο μου μια παρέα δέκα, δεκαπέντε παιδιών. Κάτι απροσδιόριστα πρόσωπα με σώματα, χέρια, αφές, μάτια, παρειές, μαλλιά, χαμόγελα και ώμους. Κάθονται απέναντί μου σαν να ’ταν φίλοι από παλιά, πιάνουν την καρέκλα, τον καναπέ, το πάτωμα και το γραφείο. Στα πιο όμορφά μου όνειρα μ’ αρέσει να ταξιδεύω μαζί τους με κάθε διαθέσιμο μέσο στην αγορά της αρχαίας Αθήνας, στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας, στη γέφυρα του Γοργοποτάμου και στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Άλλοτε πάλι τους ακούω να χαριεντίζονται, να πειράζουν ο ένας τον άλλον, να αφηγούνται περιστατικά με τους καθηγητές τους στο σχολείο, να λένε χαζά ανέκδοτα ή να απαγγέλλουν τα ερωτικά τους στιχουργήματα. Είναι όμως και κάτι νύχτες που κάθονται με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα και τα μάτια καρφωμένα πάνω μου και περιμένουν μια απάντηση στις πιο ενοχλητικές τους ερωτήσεις για τα αδειανά πουκάμισα του Ευριπίδη και για τις αμαρτωλές κηλίδες απ’ τις οποίες προσεύχονται κάθε πρωί να απαλλαγούν και για τον βίαιο θάνατο του κόκκινου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και για τις βαλίτσες που ετοιμάζουνε οι συνομήλικοί τους για να σηκωθούν να φύγουν απ’ τη χώρα. Τότε εγώ παίρνω την αυστηρή μου πόζα ή κάνω τον ανήξερο ή περνάω σε άλλο θέμα ή το γυρίζω στα αστεία για να ξεχαστούν ή απλώς αλλάζω πλευρό και αρχίζω ξανά να ροχαλίζω.

Την άλλη μέρα το πρωί, που θα πάω στο σχολείο, το ’χω συνήθειο κατά την εφημερία του διαλείμματος να ανοίγω το παράθυρο του πρώτου ορόφου, που βλέπει στην αυλή με τους μαθητές, και να πετάω έξω απ’ το κτήριο μια χάρτινη σαΐτα, όπως αυτές που κάναμε όταν ήμασταν παιδιά. Τη βλέπω να σχίζει ελαφρά τον αέρα και μαλακά, μαλακά να φτάνει μέχρι τα παγκάκια ή το γήπεδο του μπάσκετ και του βόλεϊ, με ένα διαφορετικό κάθε φορά όνομα στα πτερύγιά της: Γιάννης Χ., Μαρία Κ., Ναυσικά Δ., Ανδρέας Α, Στέλιος Μ…

 Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

 

Νέος ερωτευμένος με άγγελο

Ήταν τόσο χλωμός που φαντάσθηκα

Πως είναι ενσάρκωση θεού που κρυώνει.

Πως η θνητότητα δεν έδεσε ακόμη

Με σπονδύλους αντοχής τα οστά του.

Για τούτο, εύθραυστος και φωτεινός

Δεν περπατά, σαλεύει ανάμεσά μας

Σε σιωπηλό βασανισμό.

Μα ήταν μόνο ένας απόφοιτος λυκείου

Στο τέλος μιας ημέρας βροχερής

Και στην αρχή μιας νύχτας με τσιγάρα.

Έχει ήδη βαθμολογηθεί οικτρά

Στις εξετάσεις απανωτών γενεθλίων.

Δεν θέλει πια να προχωρεί στο νερό.Θέλει ν’ αφανιστεί μες στην πάχνη.

Πόσο αγαπώ αυτά τα άυλα πλάσματα

Που εξατμίζεται η νεότητά τους

Μέσα στην απορία της ύπαρξης

Ενώ η ύπαρξη τα προσπερνά αφηρημένη…

Και δεν τολμάς να πάρεις την ευθύνη

Να επιβεβαιώσεις όσα διαισθάνονται.

Πως όλη αυτή η πολυτέλεια από κρύσταλλο

Αυτή η ευγένεια από αδέξια χαρά

Είναι ένα συνονθύλευμα θραυσμάτων.

Γυαλιά και πάγος. Δάκρυα περιττά.

Δήμητρα Χριστοδούλου. «24 χτύποι και σιωπή», Μελάνι, 2019

 

Ο δάσκαλος

Ο ασβέστης να γίνει κιμωλία. Η καρυδιά μαυροπίνακας! Έλεγε εκείνος ο δάσκαλος στα πέτρινα χρόνια. Σαν μέλισσα μάς μάζευε κοντά του κατά το σούρουπο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας. Δεν ανήκε πουθενά και κάποιοι τον απέφευγαν. Μέχρι την τρίτη δημοτικού πρόλαβε να πάει. Κι όμως δάσκαλο τον ξέραμε εμείς οι μαθητές του, δίχως πλάκα και κοντύλι. Ολημερίς κουβάλαγε πέτρες, να χτίσει μια στέρνα μες στην ξεραΐλα. Αυτή ήταν η διαταγή. Δεν βαρυγκωμούσε. Κι ήταν μια σταλιά ανθρωπάκι. Σκεβρωμένο από τις κακουχίες. Ας βρισκόταν ένα πουλί σ’ αυτή την εκκωφαντική σιωπή! παρακαλούσαμε. Κι εκείνος μάς έβαζε να ζωγραφίζουμε πουλιά –όποιο ήθελε ο καθένας- στο χώμα. Μ’ ένα ξύλο. Τα βράδια κανείς δεν έκλεινε μάτι από τα τιτιβίσματα που μας έπαιρναν τ’ αυτιά. Κάναμε έναν κύκλο και τραγουδούσαμε τη ζωή, τραγουδούσαμε και τον θάνατο. Μια άλλη φορά με τις λέξεις που έβγαιναν σαν χάντρες κομπολογιού απ’ το στόμα του έφτιαχνε σκελετούς. Δίχως σάρκες. Και στήναμε στη στιγμή θέατρο σκιών. Να τις μασάτε γερά τις λέξεις, έλεγε, προτού τις καταπιείτε. Και προπαντός, οικονομία. Αυτές θα είναι ο τελευταίος σας άρτος. Τέτοιον δάσκαλο, ομολογώ, δεν ξανασυνάντησα στη μετέπειτα ζωή μου. Γνώρισα αρκετούς –σπουδαγμένους βρε παιδί μου- δασκάλους που, ωστόσο, όσο πέρναγαν τα χρόνια έμοιαζαν όλο και πιο πολύ με κάτι γέρους που σέρνουν με δυσκολία τα ποδάρια τους στις τάξεις υποβασταζόμενοι από άγουρα καχεκτικά δεκανίκια.

Δημήτρης Χριστόπουλος