Λεοπάρντι: «...ν’ αγαπά και να δρα, ιδού ολόκληρος ο άνθρωπος»

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 27.03.18 ]

«Βυθίζομαι όλος στη βάρβαρη και τρομώδη χαρά της απελπισίας», καθώς «κάθε τι που υπάρχει είναι κακό... η ύπαρξη είναι ένα κακό· είναι υποταγμένη στο κακό· η τάξη, το κράτος, οι νόμοι, η φυσική πορεία του Σύμπαντος είναι κακό και μόνο κακό και τείνουν αποκλειστικά και μόνο στο κακό». Γι αυτό ο άνθρωπος πρέπει «να ζει ως εική», όπως τύχει, με μόνη βέβαιη ευχαρίστηση αυτή που εκπορεύεται από τη «μάταιη ηδονή των ψευδαισθήσεων» και των ελπίδων, οι οποίες με τη σειρά τους πηγάζουν από τη φαντασία και την ποιητική μεταφορά. Σήμερα, όμως, δεν υπάρχουν ενήλικοι ποιητές, καθώς οι μεγάλοι βλέπουν μόνο το «τίποτα μέσα στα πάντα», σε αντίθεση με τα παιδιά, τους πραγματικούς ποιητές, που βρίσκουν «τα πάντα μέσα στο τίποτα». Αυτές είναι μερικές από τις απόψεις του Ιταλού ποιητή των «Ωδών» και του «Απείρου» Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), που περιλαμβάνονται σ ένα ιδιότυπο φιλοσοφικό ημερολόγιο 4.526 χειρόγραφων σελίδων (Zibaldone-Ανάλεκτα) και αφορούν τον άνθρωπο και τα πάθη του, την αρχαιότητα και τη νεωτερικότητα, τη φύση και τη λογική, την ιστορία και την πολιτική, τη θεωρία της ηδονής ή μάλλον την τέχνη να είναι κανείς λιγότερο δυστυχισμένος, την ηθική, τη λογοτεχνία, την αισθητική και τη μεταφυσική.

Η σκέψη του Λεοπάρντι διαδόθηκε ευρύτατα στην Ευρώπη, αρχικά από τον Σοπενάουερ και κατόπιν από τον Νίτσε· χαρακτηρίστηκε δε άλλοτε πεσιμιστική, μηδενιστική, αγνωστικιστική, σημαίνουσα την «πτώση των επαναστατικών ψευδαισθήσεων» και συμπλέουσα με τη σκέψη των Πασκάλ και Κίργκεγκορ και άλλοτε ως η «ποίηση της επανάστασης» (Μάης 68), τοποθετημένη δίπλα στην σκέψη των Μαρξ και Χάιντεγκερ.

Τι σημαίνει, όμως, η απόφανση ότι ο άνθρωπος πρέπει «να ζει όπως τύχει;» Στην πραγματικότητα, κατά τον Λεοπάρντι, ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει αυτό που του ταιριάζει καλύτερα. Μπορεί να βρει την ευτυχία εξίσου καλά σε μια αληθινή γνώση και κρίση όσο και σε μια ψευδή γνώση και κρίση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η κρίση αυτή να ταιριάζει πραγματικά στη φύση του. Αλλά το σημαντικότερο όλων είναι η εξασθένηση της έγνοιας και της επιθυμίας, η αδιαφορία για τα πράγματα και τον ίδιο τον εαυτό, η απόλαυση χωρίς να το επιθυμείς ή να το προσδοκάς, η ανέμελη εγκατάλειψη, με πνεύμα γαλήνιο, στην περιπέτεια εν τω μέσω των πραγμάτων, των συμβάντων, των διασκεδάσεων.

Η όλη συλλογιστική του Λεοπάρντι εκκινεί από τη γενική αρχή «της Αγάπης για τον εαυτό μας», η οποία δημιουργεί το απόλυτο παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο αν δεν υπήρχε η αγάπη για τον εαυτό μας, δεν θα υπήρχε δυστυχία· από την άλλη, όμως, «δεν μπορεί να υπάρχει ευτυχία χωρίς την αγάπη για τον εαυτό μας». Εξαιτίας αυτού του αδιεξόδου η ζωή στερείται τη φυσική και υπέρτατη ανάγκη της, την επιθυμία της, το σκοπό της, την τελειότητά της, δηλαδή την ευτυχία, γεγονός που την καθιστά από τη φύση της μια βίαιη κατάσταση. Ο πολιτισμός, επιπλέον, συντελώντας στην εκλέπτυνση των ψυχικών ιδιοτήτων και τον εμπλουτισμό της εσωτερικής ζωής εις βάρος της δράσης, οδηγεί στη μεγαλύτερη ανάπτυξη της αγάπης για τον εαυτό μας, στην αύξηση της επιθυμίας για την ευτυχία και κατά συνέπεια, σε μεγαλύτερη δυστυχία, που είναι ευθέως ανάλογη της προόδου. Έτσι, η διηνεκής ματαίωση της ευτυχίας καθιστά τη βία της ζωής, με τη μορφή της κατάθλιψης, ατελείωτη και τη «θετική δυστυχία» παρούσα κάθε στιγμή.

Σ αυτό το σημείο έρχεται να εμπλακεί η ηδονή ως ισχυρός περισπασμός και διαδικασία αποσύνδεσης από την αγάπη για τον εαυτό μας. Ο ύπνος, το μεθύσι, η ευθυμία, τα πάθη, οι διασκεδάσεις και γενικά ό,τι στομώνει το Εγώ και την επιθυμία, ακόμα και η οπιούχα χαύνωση της ψυχής, τίθενται στην υπηρεσία της απάλυνσης της ανθρώπινης δυστυχίας, καθώς αδρανοποιεί την επιθυμία για ευτυχία. Όμως, όπως προείπαμε, «ζει κάποιος στο βαθμό που αγαπάει τον εαυτό του» και η αγάπη της ηδονής, επειδή είναι αδιαχώριστη συνέπεια αυτής της αγάπης, αδυνατεί να δώσει άπειρες πραγματικές απολαύσεις, γι αυτό γίνεται μία αναπλήρωση των ελλείψεων μέσω της ελπίδας και των αυταπατών της μεγαλύτερης δυνατής ποικιλίας απολαύσεων, αλλά και των επινοήσεων διαφόρων συνδυασμών και λόγων ηδονής. Με αυτό τον τρόπο η χαρά της προσμονής, της ελπίδας της προσδοκώμενης ευτυχίας και η έντονη βίωσή της μέσω της ονειροφαντασίας δημιουργεί τις συνθήκες μιας προεξοφλημένης απόλαυσης, που είναι, μάλιστα, πιο έντονη από αυτή που πρόκειται να συμβεί, αν συμβεί. Μολοντούτο, δημιουργείται και πάλι μια νέα παρενέργεια, διότι η απόλαυση αναρριπίζει την επιθυμία, την καθιστά πιο έντονη και δημιουργεί ένα ανεξάντλητο και αδιαλείπτως ανελισσόμενο ρεπερτόριο επιθυμούμενων επιθυμιών, που καταλήγει σ έναν συνεχή βασανισμό και στην αποκαλούμενη «οδύνη της ηδονής». «Πως είναι δυνατόν μία και μόνη απόλαυση να ισοδυναμεί με χίλιες οδύνες;», διερωτάται ο Λεοπάρντι, παραφράζοντας το στίχο του Πετράρχη. Απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνον η διαπίστωση: «Κι όμως, έτσι προχωρεί η ζωή». Και η ζωή φαίνεται να βρίσκεται πάνω από τον άνθρωπο, ο οποίος γεννιέται όχι για να την απολαύσει, αλλά για να τη διαιωνίσει. Είναι «φριχτό, αλλά αληθινό», καταλήγει ο ποιητής, ο άνθρωπος υπάρχει για τη ζωή και όχι η ζωή για τον άνθρωπο. Ο σκοπός της φύσης είναι η συντήρηση του είδους και όχι η συντήρηση και η ευτυχία των ανθρώπων, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο συμπτωματικά και από καθαρή τύχη.

Εν τέλει, τι είναι ο άνθρωπος; «Το να γνωρίζει, ν’ αγαπά και να δρα, ιδού ολόκληρος ο άνθρωπος» αποφαίνεται ο Λεοπάρντι. Η συμπτωματική έστω ανθρώπινη ευτυχία συνίσταται στην τελειότητα της γνώσης, που απορρέει από τις αρχές της αγάπης και της δράσης. Δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για τη γνώση που παρέχει η καθαρή επιστήμη και η λογική, οι οποίες καταστρέφουν το πνεύμα και το συναίσθημα, αλλά για τη γνώση που έχει ο καθένας για τη φύση του και την κρίση όσον αφορά εκείνο που του ταιριάζει καλύτερα. Κι επειδή ο άνθρωπος «δεν επιθυμεί να γνωρίζει, αλλά να αισθάνεται ατελείωτα», είναι αναγκαία η φαντασία και το «διπλό» βλέμμα της. Αυτό, δηλαδή, που υπερβαίνει την απλή αισθητηριακή εντύπωση και το οποίο αποκαλύπτει τις αθέατες πλευρές στις οποίες βρίσκεται «όλη η ομορφιά και η χάρη των πραγμάτων». Όσο για τις απολαύσεις, τούτες «μας παρέχουν πληρότητα μόνο αν έχουν έναν σκοπό που είναι τοποθετημένος έξω από αυτές. Βέβαια, παρόμοιοι σκοποί έχουν μικρή μόνο αξία, αυτά που έχουν μεγάλη αξία είναι τα μέσα και το να φαντάζεσαι τους σκοπούς αυτούς ως μεγάλα αγαθά».

Συμπερασματικά, από την ποίηση και τη φιλοσοφία του Λεοπάρντι αναδύεται η οδυνηρή αίσθηση του Τίποτα, η τραγική αίσθηση της προσωρινότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, που τροφοδοτεί, όμως, και σημαίνει τη ζωή στη φυσική και συμπαντική της διάσταση.