Διανοούμενοι: Ανατροπείς ή «ειδικοί στη νομιμοποίηση»;

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Ελλάδα / 24.07.20 ]

Ο Μισέλ Φουκώ έχει πει ότι δεν υπάρχουν ολοκληρωμένοι διανοούμενοι: «οι πανεπιστημιακοί στηρίζουν τα πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες τα θέατρα, οι γιατροί τα νοσοκομεία, η κάθε κατηγορία τα δικά της επαγγελματικά συμφέροντα. Λείπουν οι διανοούμενοι που θα στοχαστούν με πλαίσιο αναφοράς την ανθρωπότητα ολόκληρη».

Σύμφωνα με τον Έντσο Τραβέρσο, η λέξη διανούμενος έχει χάσει κάθε κύρος, καθώς αποδίδεται συνήθως σε «φλύαρες φιγούρες» που γεμίζουν τις τηλεοπτικές οθόνες και στους εμπειρογνώμονες της κυβέρνησης.

Και αυτή η έκλειψη οφείλεται στο τέλος των ουτοπιών του 20ού αιώνα, τη συντηρητική στροφή της δεκαετίας του 1980, την εμπορευματοποίηση της κουλτούρας, τις απογοητεύσεις μιας γενιάς.

Για να επινοήσουν νέες ουτοπίες, οι διανοούμενοι θα έπρεπε να βγουν από το ειδικευμένο περιβάλλον τους και να ξαναβρούν μια οικουμενική στάση: «Οι διανούμενοι ανήκουν είτε «φύσει» είτε «θέσει» κατά μεγάλο ποσοστό στη μικροαστική τάξη.

Μετέωροι ανάμεσα στις δύο μυλόπετρες της Ιστορίας, το Κεφάλαιο και την Εργασία, συνθλίβονται από αυτές και αφομοιώνονται αδιάκοπα και προς τις δύο αντίρροπες κατευθύνσεις, έστω κατά άνισα ποσοστά.

Αν η καπιταλιστική εξέλιξη προλεταροποιεί ένα μεγάλο μέρος μικροαστικών στρωμάτων, αυτό δεν σημαίνει ότι τα διαφοροποιεί ταυτόχρονα και επαναστατικά. Η δίψα της «ανόδου», ο καριερισμός, ο τυχοδιωκτισμός, η παλινωδία, η ταλάντευση και η πολιτική προδοσία είναι κύρια γνωρίσματα της μικροαστικής ψυχολογίας».

(«Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.)

«Ο ρατσισμός της ευφυίας», γράφει ο Μπουρντιέ, είναι χειρότερος από τους λοιπούς. Οι διανοούμενοι υπήρξαν πάντοτε και ταυτόχρονα «καθολικοί», «μιντιακοί» και «ειδικοί». Το σύγχρονο πανεπιστήμιο παράγει τον τύπο του διανοούμενου-ειδικού. Ενώ ο μιντιακός διανοούμενος κυρίως νομιμοποιεί τις παραδεδεγμένες ιδέες.

Σύμφωνα με τον Νορμπέρτο Μπόμπιο, όλοι οι ορισμοί του διανοούμενου ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο πόλους, από τη μία η πλατωνική οπτική του σοφού που αναλαμβάνει εξουσία, ο «φιλόσοφος βασιλιάς» της ιδανικής πολιτείας και από την άλλη ο διανοούμενος ως σύμβουλος, ο φιλόσοφος της αυλής που θέτει τη γνώση του στην υπηρεσία του ηγεμόνα.

Ο Σαρτρ θέλει τον διανοούμενο «ηθική συνείδηση» της εποχής του. Ο Τσόμσκι δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των διανοουμένων στην αναπαραγωγή της ιδεολογίας(κατασκευή της συναίνεσης). Στο γνωστό άρθρο του με τον τίτλο «The Responsibility of the Intellectuals» («Η ευθύνη των διανοουμένων»), που δημοσιεύθηκε το 1967 στο «New York Review of Books», ο Νόαμ Τσόμσκι γράφει ότι ιστορικά “η ευθύνη των διανοουμένων είναι να λένε την αλήθεια”.

Ο Παλαιστίνιος Edward W. Said στο βιβλίο του «Διανοούμενοι και εξουσία» (εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα 1999), υποστηρίζει ότι ο διανοούμενος έχει «έναν πολύ συγκεκριμένο δημόσιο ρόλο, κεντρικό σημείο του οποίου είναι η ικανότητα αναπαράστασης, ενσάρκωσης και άρθρωσης ενός μηνύματος, ενός οράματος, μιας στάσης, μιας φιλοσοφίας, ή μιας άποψης, που πραγματοποιούνται ενώπιον, αλλά και εκ μέρους, ενός κοινού του οποίου αποτελεί τον εκπρόσωπο, μα όχι τον τιμητή. Οι κομματικοί δεσμοί, το εθνικό πλαίσιο και η πρωταρχική αίσθηση νομιμοφροσύνης δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποσκελίζουν το κριτήριο της αλήθειας σχετικά με την ανθρώπινη δυστυχία και καταπίεση. Κανένα άλλο στοιχείο δεν παραμορφώνει το δημόσιο πρόσωπο του διανοουμένου, περισσότερο από τη λοξοδρομία, την επιφυλακτική σιωπή τον πατριωτικό φανφαρονισμό, τη μελοδραματική αναδρομική αποστασία». Γι’ αυτό και αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό ρόλο του διανοούμενο ως «ξένου», «ερασιτέχνη», και ανατροπέα του όποιου status quo.

Ο Γκράμσι λέει ότι «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι ωστόσο δεν λειτουργούν όλοι ως διανοούμενοι μέσα στην κοινωνία». Στα τετράδια της Φυλακής θα περιγράψει πρώτος την ανάδειξη, μιας τάξης νέων «οργανικών» διανοουμένων: «ο καπιταλιστής επιχειρηματίας δημιουργεί στο πλάι του θέσεις για τον βιομηχανικό τεχνικό, τον ειδικό στην πολιτική οικονομία, τους οργανωτές μιας νέας κουλτούρας, ενός νέου νομικού συστήματος».

Ο Giroux αναφέρεται στη διαμόρφωση της εκπαίδευσης ως κεντρικό χαρακτηριστικό της πολιτικής, τονίζοντας την ανάγκη να συμβάλλουν οι διανοούμενοι στην ανάπτυξη των διαμορφωτικών εκείνων προϋποθέσεων, προκειμένου να δημιουργήσουν κριτικά σκεπτόμενους και κοινωνικά υπεύθυνους πολίτες. Οι διανοούμενοι, υποστηρίζει, πρέπει να αρνηθούν να μετατραπούν σε αυτό που ο Γκράμσι αποκάλεσε κάποτε «ειδικοί στη νομιμοποίηση».

Ο Καστοριάδης γράφει: «Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λογαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας που αυτός ο όρος προϋποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμενος;

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας…

Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο αφορά σε δύο διαφορετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει η ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, του φιλοσόφου που θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως.

Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, αλλά επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφικά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό.

Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, η πηγή της δημιουργίας, ο κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι η μεγάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής». (“Ο θρυμματισμένος κόσμος” που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον).

O διανοούμενος δεν μπορεί να είναι θεμελιωτής της συναίνεσης. Είναι ένας άνθρωπος, όπως εμείς, που διακυβεύει όλη του την ύπαρξη για χάρη του κριτικού πνεύματος και της Ελευθερίας. Αντί να εμπιστευτούμε αυτόν τον ρόλο σε μια κατηγορία προσώπων, θα ήταν ίσως καλύτερο να στρατευόμαστε όλοι στη δράση.