Να δυναμώσουμε το κίνημα ειρήνης

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 08.01.26 ]

Δεν είναι ο Μαρξ, δεν είναι ο Λένιν ούτε ο Κουτσούμπας που μιλούν για τον «ιμπεριαλισμό ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», είναι οι The New York Times που χαρακτηρίζουν «αχαλίνωτο ιμπεριαλισμό» την εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου Τραμπ λόγω της στρατιωτικής επέμβασης στη Βενεζουέλα και τις επαπειλούμενες επεμβάσεις σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα στην Γροιλανδία.

Αλλά γιατί ο ιμπεριαλισμός του Τραμπ έχει χάσει τον «χαλινό» του; Αυτό οφείλεται άραγε στην ναρκισσιστική προσωπικότητα του προέδρου των ΗΠΑ όπως έγραψε η ψυχίατρος Marie-France Hirigoyen, ή στη σύγκρουση συμφερόντων;

Ασφαλώς η προσωπικότητα των ηγετών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των γεγονότων αλλά όχι καθοριστικό. Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ διαφοροποιείται από αυτή των προκατόχων του λόγω αδυναμίας και όχι δύναμης. Με άλλα λόγια, ο Λευκός Οίκος ρίχνει στην παγκόσμια ζυγαριά το συγκριτικό του πλεονέκτημα, που είναι η στρατιωτική του υπεροπλία, γιατί αδυνατεί να πετύχει τους ηγεμονικούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς στόχους του με άλλα μέσα.

Το δόγμα της «έξυπνης δύναμης» (Smart Power) που εφάρμοζαν οι ΗΠΑ από το 2009, εγκαταλείπεται υπέρ της χρήσης «στρατιωτικής δύναμης». Σύμφωνα με το δόγμα της «έξυπνης δύναμης» για την επίτευξη των αμερικανικών στόχων χρησιμοποιούνταν πολιτικοί, οικονομικοί και άλλοι εκβιασμοί, κυρώσεις αλλά και ανταλλάγματα, καθώς και η χρήση των μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφων, διανοουμένων, πολιτικών, πριν οδηγηθούμε στον πραγματικό πόλεμο.

Η διαφοροποίηση σήμερα της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ με την προσφυγή στη χρησιμοποίηση δραστικών στρατιωτικών μέσων, αυτών που πριν θεωρούνταν έσχατα, για την επίτευξη των στόχων, δεν σημαίνει ότι έχουν εγκαταλειφθεί τα άλλα μέσα, αντιθέτως (βλέπε "δασμούς"). Το γεγονός όμως ότι είναι αναγκαία η προσφυγή στη στρατιωτική δράση όπως συνέβη στην Βενεζουέλα, ή η επαπειλούμενη στην Γροιλανδία και στην Κούβα, φανερώνει «αδυναμία».

Η δυσμενής πλέον οικονομική και πολιτισμική δυναμική των ΗΠΑ δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση ολόκληρης της γκάμας των διαφόρων πολιτικών, οικονομικών και άλλων «όπλων». Γι’ αυτό η Ουάσινγκτον ρίχνει στο «πεδίο» το συγκριτικό της πλεονέκτημα, τη στρατιωτική της υπεροπλία.

Πολύ φοβάμαι ότι αυτό ανοίγει το δρόμο στο σενάριο που είχε περιγράψει ο διεθνολόγος Τσαρλς Κάπτσαν, ότι δηλαδή η μεταφορά της ισχύος από μία αυτοκρατορία προς μία άλλη γίνεται πάντα με πόλεμο (εκτός από την ιδιότυπη μετάβαση από την βρετανική στην αμερικανική αυτοκρατορία). Δυστυχώς οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν την πρόβλεψή του και διαψεύδουν εκείνους που μιλούσαν για έναν «ειρηνικό πόλεμο» (ή την «εμπόλεμη ειρήνη» του Αρόν), με τους δύο αντιτιθέμενους πόλους να συνυπάρχουν και τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη, τις ΗΠΑ και την Κίνα, να αλληλοεξαρτώνται και συγχρόνως να συγκρούονται.

 Υπάρχει άραγε ειρηνική διέξοδος, ή μήπως η σημερινή πορεία θα οδηγήσει σε πυρηνικό ολοκαύτωμα;

Θα το επαναλάβω, σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, «μέσα στον πολιτισμό υπάρχει ένα πρακτικά επαρκές ισοζύγιο των αντίρροπων τάσεων, έτσι ώστε να διατηρείται η ειρήνη, αλλά και αρκετή ένταση, έτσι ώστε ένας πόλεμος να μην αποκλείεται, αλλά μάλλον προετοιμάζεται». Συνεπώς, ο πόλεμος ή η ειρήνη είναι το αποτέλεσμα του συσχετισμού αυτών των αντίρροπων δυνάμεων.  Γι’ αυτό το λόγο, το κίνημα κατά του πολέμου έχει σήμερα θεμελιώδη σημασία...