«Ολυμπιακάραααα»!

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 25.05.26 ]

«Ολυμπιακάραααα»! 

Η κραυγή ακούγεται ξανά και ξανά από χιλιάδες.

Τι είναι άραγε αυτό που συνεπαίρνει αυτούς τους ανθρώπους, που τους παρέχει τέτοια χαρά;

Η πίστη σε μια ομάδα καλύπτει οντολογικά και πολιτικά κενά, απαντούσε ο Ρεζίς Ντεμπρέ. Και συνέχιζε λέγοντας ότι μπορούμε να πούμε ότι το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ καθώς και άλλες «μικρο-πίστεις» καταλαμβάνουν το συμβολικό χώρο που εκκενώθηκε από τις μεγάλες θρησκευτικές και πολιτικές πίστεις.

Ο άνθρωπος θέλει ένα αγκωνάρι για ν’ ακουμπάει στις δύσκολες στιγμές, κάτι για να γεμίζει με νόημα την άδεια του ζωή, θέλει έναν τρόπο αποφυγής της τρέλας, υιοθετώντας μια μικροτρέλα, μία «αντιπυρά» για να αντιμετωπίσει τις μεγάλες πυρκαγιές που τον πυρπολούν καθημερινά. Αντί για την κατάρρευση, λοιπόν, και το τίποτα που οδηγούν στον ριζικό ψυχωτικό αυτισμό επιλέγει «κάτι». Αυτό το "κάτι τι" μπορεί να είναι μία θρησκευτική, μία πολιτική πίστη, ή η πίστη σε μία αθλητική ομάδα….

Εδώ, σ' αυτά τα γήπεδα, ο άνθρωπος διαμορφώνει και ταυτότητα. Η ομάδα γίνεται ο ταυτοτικός συλλογικός καθρέφτης. Ο συλλογικός ναρκισσισμός όπως και το «μίσος για τους εκτός ομάδας», τους αντιπ-άλλους καλλιεργείται εδώ. Από εδώ εκκινεί ο «χουλιγκανισμός», εδώ εκκολάπτεται ο φασισμός. Εδώ καλλιεργείται η αρσενική κουλτούρα που διαπερνά τις διάφορες περιοχές, τα έθνη, τις γενιές. Από εδώ ξεκινά ο χουλιγκάνος αλλά κι ο γυναικοκτόνος.

Η συλλογικότητα βέβαια δεν οδηγεί από μόνη της στον φανατισμό και στον φασισμό. Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε σαν παιγνίδι και έκφραση της συλλογικότητας των «από κάτω», των εργατών. Όταν όμως σε μια συλλογικότητα εισχωρεί το κέρδος και το χρήμα, τότε αυτή σαπίζει, έλεγε η Σιμόν Βέιλ. Και σήμερα αυτό ισχύει παντού.

Ο μαζικός αθλητισμός ελέγχεται απόλυτα σήμερα από τον μαφιόζικο καπιταλισμό, από τους ολιγάρχες και τις πολυεθνικές που εκμεταλλεύονται μικρά παιδιά, εργαζόμενους, ολόκληρες χώρες προκειμένου να αποκομίσουν κέρδη, πουλώντας χαρά, εκτόνωση, εφησυχασμό.

Οι χιλιάδες οπαδοί που βγαίνουν στους δρόμους να πανηγυρίσουν για τη νίκη μου θυμίζουν τους άνδρες του Οδυσσέα στο CANTO XX του Έζρα Πάουντ: «Τι τους δόθηκε αυτονώνε! Μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά./Φαρμάκι, μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά/κι ένα μνήμα αλατισμένο δίπλα στο χωράφι των βοδιών/νήσον αμνήμονα…».

Αυτό είναι η πίστη σε μια "σάπια συλλογικότητα", μελισσόκερο για να μην ακούμε τις κραυγές των παιδιών στη Γάζα, για να μην ακούμε τις γυναίκες που σφάζονται από «γνήσια αρσενικά» χορτασμένα από «γκολ» και αλκοόλ, για να έχουμε έναν «καθρέφτη» να αναγνωριζόμαστε τις Κυριακές, αλλά και για να φωνάξουμε, να τρέχουμε, να χειρονομούμε, να χειροδικούμε (όπως ο ολιγάρχης και ο "ανηψιός") γιατί έτσι ασκούμαστε σωματικά και ψυχικά, εκτονωνόμαστε, μόνο που αυτή η εκτόνωση δεν οδηγεί όπως στους αθλητές σε μια νέα σχέση με το σώμα μας, δηλαδή στον έλεγχο και στην αυτοσυγκράτηση, αλλά στη χειραγώγησή του, στην instrumentum regni, όπως έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο.

Η δική μας συμμετοχή στο παιγνίδι γίνεται στο... μιλητό, που τροφοδοτείται από τον Τύπο και την Τηλεόραση. Η αθλητική φλυαρία αυτού του είδους έχει όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής συζήτησης και μερικές φορές είναι το υποκατάστατό της. Στις χρονικές περιόδους, μάλιστα, που η πολιτική απαξιώνεται, τότε η ποδοσφαιρική και γενικότερα η αθλητική φλυαρία γίνεται και η ίδια πολιτική συζήτηση… Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε!