Θερινό σινεμά, σπουδή στον καπιταλισμό

[ Κατέ Καζάντη / Ελλάδα / 10.08.26 ]

Από το 1951, όταν ο Τζορτζ Στίβενς έλαβε το Οσκαρ σκηνοθεσίας για το «Μια θέση στον ήλιο», κερδίζοντάς το από τον Ελία Καζάν και το «Λεωφορείον ο Πόθος», 75 χρόνια μετά, η μαγεία στην οποία στηρίζεται και την οποία πουλάει στα λαϊκά στρώματα –υποτελείς τάξει- ο καπιταλισμός, μένει απαράλλαχτα ίδια.

Διότι, φτιάχτηκε δεν φτιάχτηκε γι’ αυτόν τον λόγο, τούτο είναι και αυτό παραμένει η ταινία: μια σπουδή στον καπιταλισμό, σπουδή στο αθέατο αλλά άκρως σημαντικό ιδιοσυστατικό του: στον τρόπο δηλαδή διά του οποίου επιβάλλονται ως υπέρτατες οι αξίες του στον άνθρωπο, στον τρόπο διά του οποίου δουλεύονται στο φαντασιακό των λαών. Και πώς δι’ αυτών των αξιών επικυριαρχεί εις τους αιώνας.

Αυτή η μαγεία ξεκινά από τη αγιοποίηση της εργασίας. Και κυρίως από τη διασπορά και τη διαιώνιση του μεγαλειώδους ψεύδους ότι τα πλούτη κόποις κτώνται κι ότι με-την-σκληρή-δουλειά δύναται κανένα να υπερβεί την καταγωγή, ήτοι τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής του.

Ετσι, ως γνωστόν, τα εμπορεύματα που παράγει ο άνθρωπος-εργάτης με τα χέρια του αποκτούν μαγικές διαστάσεις, μεταβάλλονται σε αντικείμενα που λατρεύονται με θρησκευτικό τρόπο, γίνονται, κυριολεκτικά, φετίχ. Η αυθύπαρκτή δύναμη, η αξία που δίδεται στα διαιρεμένα πια από τον άνθρωπο δημιουργήματά του συνοδεύονται από έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Που διαχωρίζει τους θνητούς σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, με τους πρώτους να ορίζουν σαφώς τον «ενδεδειγμένο» τρόπο του ζην. Σπίτια παλάτια, πανάκριβα αυτοκίνητα, πολυτελή ενδύματα, όλα με κόστος που το καθένα υπερβαίνει κατά πολύ τα ετήσια εισοδήματα των παραγωγών του, προβάλλονται και προτείνονται ως εκείνα που νοηματοδοτούν τον βίο του ανθρώπου. Ως «κατακτήσεις κορυφής», για τις οποίες αξίζει να κάνει κανένα τα πάντα. Σχεδόν; Όχι. Κυριολεκτικώς.

Μπορεί έτσι να ανταγωνιστεί σφοδρά και να παραγκωνίσει το διπλανό, να το καταπιέσει, να το εκμεταλλευτεί. Τα προνόμια έρχονται ως επιβράβευση, εξάλλου. Μια μορφή θεοδικίας των προνομίων είναι εδώ, που υπερβαίνει την ηθική της εργασίας. Το μυρμήγκι δεν μπορεί να υπερβεί τη μοίρα του. Οι καπάτσοι και οι καπάτσες, αυτό μας διδάσκει ο καπιταλισμός, που ρισκάρουν, που ποδοπατούν, που αδιαφορούν για τα αδύναμα, τούτοι και τούτες απολαμβάνουν.

Και ευτυχούν; Κατά την ταινία, όχι πάντα.

 Ο Τζορτζ Ίστμαν (Μοντγκόμερι Κλιφτ), που επιθυμεί να ξεφύγει από τη φτωχική, αλλά θεοσεβούμενη, ζωή του, και καταφεύγει στον πλούσιο θείο του, εργάτης αρχικά, δεν προκόβει δια της εργασίας του. Ανεβαίνει στην ιεραρχία και προβιβάζεται λόγω συγγένειας. Τούτη η συγγένεια, το βαρύ όνομα, η τυχαιότητα της καταγωγής του, αυτή τον μπάζει στα σαλόνια. Που τα ερωτεύεται, μαζί με τα κάλλη της πλούσιας γόνου,  Άντζελας Βίκερς (Ελίζαμπεθ Τέιλορ), λησμονώντας τη φτωχή εργάτρια Αλις Τριπ (Σέλεϊ Γουίντερς). Η οποία μεταβάλλεται σε θαμπό, μίζερο στοιχείο, αξιοκαταφρόνητο μπροστά στα πολύφερνα της νέας γυναίκας, σύμβολο μιας νέας ζωής.

Το προτεινόμενο μοντέλο περιλαμβάνει ό,τι και σήμερα, επακριβώς. Τρυφηλό βίο, πέρα και πάνω από περιττές ευαισθησίες όπως το κοινό καλό, η αναδιανομή, η κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών. Εργάτες κι αφεντικά είναι δυο κόσμοι ασύμπτωτοι. Ο λαμπερός βίος των εχόντων τα μέσα παραγωγής και ο μίζερος των αλλοτριωμένων εργατών που δεν τον αμφισβητούν, όπως η Αλις, που δεν διεκδικούν δυναμικά την ανατροπή του, αλλά συμβιβάζονται με τη χαμοζωή που επιβάλλει η «μοίρα». Κι επιδιώκουν μόνο εκείνο που επεδίωκε η γυναίκα της εποχής, έναν σύζυγο και πατέρα των παιδιών τους.

Η αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου είναι εδώ: Ο σκηνοθέτης τονίζει φανερά τις αντιθέσεις. Ρίχνει τα φώτα στους επικυρίαρχους, διατηρεί στο σκότος στους καταφρονεμένους. Και, διά του τραγικού φινάλε, δίνει την τελική απάντηση: πως αυτός ο ταξικά διαιρεμένος κόσμος, ο καπιταλιστικός, δεν αλλάζει ούτε καν δια φόνου. Απαιτεί άλλα, συλλογικότερα και επαναστατικότερα.

Το θάμπος του και τα φετίχ του θα εξακολουθούν να μαγεύουν τους υποτελείς την ώρα που θα αυξάνεται η ένταση της εργασίας τους για την παραγωγή προϊόντων που ουδέποτε θα απολαύσουν. 

Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, η περιβόητη «Μια θέση στον ήλιο» για τον κόσμο της εργασίας δεν βρέθηκε ποτέ. Κι ούτε πρόκειται.