Δέκα χρόνια χωρίς τον Θανάση Βέγγο

[ ARTI news / Ελλάδα / 16.06.21 ]

Γράμμα στον Θανάση Βέγγο* 

Αγαπημένε μου Θανάση... σ’ ακούω ακόμα να λες κάθε Πρωτομαγιά με τον χαρακτηριστικό σου τονισμό: «Ο Μάιος μας έφτασε εμπρός βήμα ταχύ...» Κι εφέτος έφτασε ο Μάιος. Κι εσύ με βήμα ταχύ έτρεξες να τον προϋπαντήσεις, ημέρα Τρίτη 3 του Μαΐου του 2011. Εφτά το πρωί.

Στον κόσμο ξημέρωνε η παγκόσμια ημέρα γέλιου.  

Πώς αλλιώς θα μπορούσες να κάνεις την ηρωική έξοδό σου από το μάταιο τούτο κόσμο; Που τόσο αγάπησες. Και τόσο σ’ αγάπησε.

Το τηλέφωνο χτύπησε στις εφτά και δέκα ακριβώς.

Η φωνή του φίλου σου του Σταυρόπουλου πνιγμένη, ίσα που μπόρεσε ν’ αρθρώσει το μαντάτο... Ο καλός μας άνθρωπος έφυγε...

Σύντομη σκοτοδίνη κι αυθόρμητα θυμάμαι σουρεαλιστική στιγμή σε ώρα δουλειάς. Γυρίζαμε στα Πετράλωνα τον Καθρέφτη, εγώ έκλαιγα εκείνη τη μέρα γιατί πέθανε ο γάτος μου κι εσύ γελώντας και με το μοναδικό σου τόνο –έξω φωνή κυματιστή, λίγο αγανάκτηση λίγο πλάκα− μου ’πες:

«Αν κάνεις έτσι για το γάτο, μωρ’ συ, για μένα όταν πεθάνω πώς θα κάνεις, τρελή, ε τρελή;»

Για σένα δεν φτάνουν τα δάκρυα.

Εικόνες, η μια πάνω στην άλλη, το γέλιο σου ξανά και ξανά σαν ν’ ακούγεται στον αέρα.

Πάρα πολύ συγχύστηκες, τότε στο Περί Ανέμων, όταν πήρες ρόλο πρωταγωνιστικό κι όχι τον δεύτερο του Γαροφάλλου, που όμως έπαιζε τον Μαέστρο. Η μουσική ήταν η λατρεία σου.

Καμάρωνες για το πώς τραγουδούσες ωραία, πώς είχες ρυθμό − «γιατί να μην παίξω εγώ τον Μαέστρο, μωρ’ συ;»

«Μα, Θανάση μου, είσαι ο Πρωταγωνιστής στη σειρά, πώς θα γίνει;»

«Να είμαι δευτεραγωνιστής − πρωταγωνιστής και κολοκύθια. Εμένα μ’ αρέσει ο ρόλος του Μαέστρου, γιατί να μην παίξω τον Μαέστρο ; Αφού ο Γαροφάλλου και φάλτσος είναι κι έχει και νεύρα μαζί σου που τον εκθέτεις βάζοντάς τον να διευθύνει φιλαρμονικές φάτσα φόρα στην Κέρκυρα, παράφωνος άνθρωπος!!!»

Μου ’βγαλες την ψυχή ώσπου σου ’γραψα σκηνή να διευθύνεις κι εσύ την ορχήστρα κι ησύχασες.

Πόσο κομψά έπιασες την μπαγκέτα! Με τι μοναδικό ρυθμό διηύθηνες έμπειρους Κερκυραίους μουσικούς!

Τόσο που στο τέλος της σκηνής σε χειροκρότησαν κι οι ίδιοι.

Τώρα άραγε μαθαίνεις νότες στον Νίκο, εκεί που συναντηθήκατε;

Ή θα ’χεις σκαρώσει κιόλας φιλαρμονική αγγέλων;

Οι παράφωνοι στα δεξιά, οι καλλίφωνοι αριστερά.

Ασχολείσαι με τους παράφωνους μπας και τους συνεφέρεις, αφήνεις τους καλλίφωνους στον Νίκο μπας και τον συνεφέρουν! Φωνητικώς λέμε.

«Υπερβολές», θα μου ’λεγες τώρα. «Σταμάτα τις υπερβολές».

Δεν μπορώ. Η απώλεια δεν συνηθίζεται. Μόνο μες στην υπερβολή βρίσκεις λίγη ανακούφιση. Αλλά πάλι πώς να ξεχάσεις;...

Τον Τρελό του Λούνα Παρκ, τον ΘΟΥ ΒΟΥ κι εκείνη την αξέχαστη ατάκα: «Στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί!!!»

Άγριο δεν λες τίποτα. Μακρόνησος η έναρξη. Χρέη η συνέχεια.

Αγωνία τα παρακάτω. Και μάχη. Αγώνας ασταμάτητος, παλιοπεισματάρη.

Κάτω δεν το ’βαζες. Και μπορούσες, μέσα στις κακουχίες σου, να συμπονάς και τον διπλανό σου που υπέφερε. Πόσοι αντέχουμε να κάνουμε το ίδιο; Ώσπου να, συναντηθήκαμε στις χρυσές εποχές.

Γιατί μαζί περάσαμε χρυσές εποχές. Εσύ το ’λεγες.

Ύστερα ήρθαν τα ζόρικα. Πάλι εσύ το ’λεγες.

«Ζοριζόμαστε, κορίτσι μου – κουράγιο», κι έξαφνα γελούσες. «Σώπα, μωρέ, τα ξέρουμε τα ζόρικα, χωρίς αυτά δεν λειτουργούμε, με καταλαβαίνεις; Βάλε μπρος κάνα καινούργιο γύρισμα.»

Έγινε.

Η τελευταία μας δουλειά στη Θεσσαλονίκη.

«Να φάω μια μπουγάτσα, αντίχριστοι!!!» μας μάλωνες την ώρα που τρέχαμε με τις κάμερες στο Μπεζεστένι.

«Ή έστω έναν πατσά. Σαλονικιότικο! Ξελιγώθηκα, αθεόφοβοι!!!»

Έγινε κι αυτό. Πολύ το ’φχαριστήθηκες.

Αλλά πριν ήσουν σίγουρος ότι πρώτοι από σένα, είχαν ’φχαριστηθεί τη λιχουδιά συνεργείο και συνεργάτες.

Πάντα στεκόσουν στο τέλος της ουράς, μην αδικήσεις κάποιον.

«Λιγούρα-ξελιγούρα, τα παιδιά να φαν πρώτα, που δουλεύουν σαν τα σκυλιά.»

Αχ και να σ’ άκουγαν οι 300 της Βουλής!

Κι ύστερα... ήρθαν χρόνοι δύσκολοι και μήνες οργισμένοι.

Και στάθηκες πάλι πλάι μας φίλος, εξ αίματος συγγενής, σπαρακτικά τρυφερός, για να στηρίξεις τα πένθη, τον πόνο, την απαξίωση.

Και πάλι με τον τρόπο σου μ’ έσπρωχνες παρακάτω.

«Κάτσε και γράψε να πάμε γύρισμα, στην ανεργία μ’ έριξες, το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ να κάθομαι.»

Κίνητρο σοβαρό, γιατί ξέραμε πως τη δουλειά σου ποτέ δεν τη χόρταινες, δεν κουραζόσουν εσύ ποτέ. Δεν παραιτήθηκες. Ποτέ. Η τελευταία σου κουβέντα λίγο πριν την εντατική: «Πάμε γύρισμα – σύνερθε− μη χασομεράς! Βουλιάζουμεεε!!!»

3 Μαΐου 2011. Βουλιάζουμε. Σε μιζέρια, σε φτώχεια, σε κατάθλιψη.

Μια Ελλάδα ολόκληρη.

Αλλά εσύ μας αφήνεις κληρονομιά το γέλιο και την τρυφερή ματιά σου επί δικαίων και αδίκων.

«Καλοί μου άνθρωποι, αντίο.»

Μας είπες. Κι ήσυχα κοιμήθηκες.

Άφθαρτε, Άρχοντα. Αγνέ κι Άγιε.

Αντίο, Θανάση μας. Υποκλινόμαστε στο πέρασμά σου στην Αθανασία.

*Κείμενο της Κάκιας Ιγερινού στην εφημερίδα ΑΤΑΚΑ του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών