Χωρίς σημαίες

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 06.07.26 ]

Η ζέστη είχε μαλακώσει τα περιγράμματα της πόλης. Τα απέναντι κτήρια έμοιαζαν να λιώνουν μέσα στο λευκό φως, σαν να μην ήταν παρά μια πρόχειρη ζωγραφιά που κάποιος ξέχασε στον ήλιο. Καθόμουν σ’ ένα παλιό, τρόπος του λέγειν, καφενείο του κέντρου, με ανοιχτό το λάπτοπ στη σελίδα ενός διηγήματος που με παιδεύει καιρό. Ο ανεμιστήρας στο ταβάνι γύριζε νωχελικά, μετακινώντας τον ζεστό αέρα από τη μια γωνιά στην άλλη, χωρίς ιδιαίτερη φιλοδοξία να δροσίσει κανέναν.

Από μακριά άκουσα πρώτα τον θόρυβο κι έπειτα το είδα να εμφανίζεται στη στροφή του δρόμου, ένα πολύχρωμο, θορυβώδες ποτάμι που κατέβαινε αργά προς το κέντρο της πόλης, με τις σημαίες ν’ ανεμίζουν σαν φύκια στην επιφάνειά του και τις μουσικές ν’ αναπηδούν πάνω στο καυτό οδόστρωμα, καθώς φούσκωνε, απλωνόταν, καταλάμβανε τον δρόμο και συνέχιζε την πορεία του, σχεδόν αδιάφορο για όσους το παρατηρούσαν από τις όχθες.

Στο καφενείο επικρατούσε η συνήθης κατάσταση πολιορκίας. Οι θαμώνες κοιτούσαν το ποτάμι να περνά και έμοιαζαν βέβαιοι ότι παρακολουθούν τα τελευταία λεπτά του δυτικού πολιτισμού. «Αυτά δεν γίνονταν παλιά», είπε ένας κύριος που είχε μόλις περάσει είκοσι λεπτά εξηγώντας πώς λάδωνε δημόσιους υπαλλήλους τη δεκαετία του ’80. «Χάσαμε τις αξίες μας», συμπλήρωσε ένας άλλος, ενώ έβριζε τον εγγονό του επειδή δεν του απάντησε στο τηλέφωνο. Το καφενείο έμοιαζε ξαφνικά με συνέδριο εμπειρογνωμόνων για την παρακμή. Αν τους άκουγες προσεκτικά, νόμιζες ότι το ποτάμι δεν κουβαλούσε σημαίες και μουσικές, αλλά πανούκλα, ακρίδες και τους τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης.

Το κοίταζα να περνά και σκεφτόμουν πως κάθε ποτάμι κουβαλά τα φερτά του, χωρίς να ξεχωρίζει όσα παρασύρει στο ρεύμα του, κλαδιά, σκουπίδια, λουλούδια, πλαστικές σακούλες· έτσι κι αυτό, ανάμεσα σε ανθρώπους που διεκδικούσαν απλώς το δικαίωμα να ζουν χωρίς φόβο, παρέσερνε μαζί του χορηγούς, εταιρικά λογότυπα, επαγγελματίες της δημοσιότητας, πολιτικούς που μύριζαν ψήφους από χιλιόμετρα και κάθε λογής εμπόρους της αρετής, όλα μέσα στην ίδια κίνηση, στην ίδια πολύχρωμη και θορυβώδη ροή που δεν σταματούσε για να διαλέξει τι άξιζε να ταξιδέψει μαζί της.

Κι εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα τον φίλο μου, χωρίς να ξέρω αν θα βρισκόταν μέσα σ’ εκείνο το ποτάμι· μάλλον όχι, υποψιάστηκα, και τον φαντάστηκα να επιστρέφει κουρασμένος από τη δουλειά, να σταματά για ψώνια, να ταΐζει τη γάτα του, να τηλεφωνεί στους δικούς του ανθρώπους, όπως τον είχα δει τόσες φορές να υπερασπίζεται τον εαυτό του όταν χρειαζόταν, να σωπαίνει όταν η σιωπή άξιζε περισσότερο από έναν καβγά, να πληρώνει το κόστος ορισμένων επιλογών χωρίς να ζητά συμπάθεια ή μετάλλιο γενναιότητας, έχοντας πάντοτε τη διαύγεια να μην κρύβει ποιος είναι και την ίδια στιγμή να μην περιορίζει τον εαυτό του σε μία μόνο ιδιότητα, σαν να γνώριζε από καιρό κάτι που ξεχνάμε όλο και συχνότερα: πως κανένας άνθρωπος δεν χωρά ολόκληρος στη σημαία που κρατά ή που αρνείται να κρατήσει.

Το ποτάμι συνέχισε προς το Σύνταγμα και σιγά σιγά χάθηκε πίσω από τα κτήρια, ενώ οι φωνές αραίωναν και οι θαμώνες του καφενείου έμεναν στις θέσεις τους, σαν να εξακολουθούσαν να φυλάσσουν τα σύνορα ενός κόσμου που μόνο οι ίδιοι έβλεπαν να απειλείται· ίσως τελικά να είχαν ανάγκη αυτά τα ποτάμια, γιατί κάθε εποχή βρίσκει τους φόβους της και οι άνθρωποι που γερνούν μέσα στις βεβαιότητές τους χρειάζονται πάντα κάτι να κατηγορούν όταν ο κόσμος αλλάζει χωρίς να ζητήσει την άδειά τους.

Κοίταξα το άδειο φλιτζάνι και αναρωτήθηκα αν η εποχή μας έχει αρχίσει ν’ αγαπά υπερβολικά τα λάβαρα, όχι μόνο τα σημερινά αλλά και κάθε είδους λάβαρο, εθνικό, πολιτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, σαν να μην αρκεί πια να υπάρχεις, να ζεις με τις μικρές σου συνήθειες, τις αντιφάσεις, τις ντροπές, τις χαρές και τις ασυνέπειές σου, αλλά να πρέπει διαρκώς να δηλώνεις σε ποια όχθη ανήκεις, ποια λέξη σε χωράει, ποιο χρώμα σε εκπροσωπεί, ποια ομάδα μιλά εξ ονόματός σου, λες και η ταυτότητα, αντί να σχηματίζεται αργά αργά μέσα στον χρόνο, απ’ όσα αγαπήσαμε, φοβηθήκαμε, χάσαμε ή αντέξαμε, οφείλει πλέον να υψώνεται καθαρή και ευανάγνωστη πάνω από το κεφάλι μας, για να μας αναγνωρίζουν από μακριά φίλοι, αντίπαλοι και περαστικοί.

Κάποτε, σκέφτηκα, ίσως μια πολύχρωμη σημαία να μην προκαλεί αμηχανία, φόβο ή ειρωνεία, και ο αυτονόητος σεβασμός να μην χρειάζεται κάθε φορά να εξηγηθεί, να διεκδικηθεί ή να υπερασπιστεί· ίσως να μπορεί ο καθένας να ζει με το όνομά του, με τις μικρές του κινήσεις, τις αγάπες και τις σιωπές του, χωρίς να χρειάζεται να υψώνει κάτι πάνω από το κεφάλι του για να γίνει ορατός. Στο βάθος, τα απέναντι κτήρια εξακολουθούσαν να λιώνουν μέσα στο λευκό φως, το φλιτζάνι είχε αφήσει στο πιατάκι ένα λεπτό καφετί δαχτυλίδι, και ο ανεμιστήρας συνέχιζε να μετακινεί τον ίδιο ζεστό αέρα από τη μια γωνιά στην άλλη, χωρίς ιδιαίτερη φιλοδοξία να δροσίσει κανέναν, χωρίς σημαίες.