«Υπάρχει λόγος...» να διαβάσετε το νέο βιβλίο του Κ. Καναβούρη

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / / 19.06.26 ]

Σημαίες λέξεων μέσα στη νύχτα” είναι ο τίτλος του άρθρου του φιλόλογου και συγγραφέα Δημήτρη Χριστόπουλου στην ιστοσελίδα frear.gr που αναφέρεται στο νέο βιβλίο του Κώστα Καναβούρη «Υπάρχει λόγος - Κείμενα από το μάτι του κυκλώνα», Εκδόσεις "Θεμέλιο".

Γράφει ο Δημ. Χριστόπουλος:

"Στην περίπτωση του Κώστα Καναβούρη, η ιδιότητα του ποιητή και εκείνη του δημοσιογράφου όχι μόνο συνυπάρχουν αλλά αλληλοτροφοδοτούνται δημιουργικά. Ο Καναβούρης δεν αντιμετωπίζει την επιφυλλίδα ως απλή καταγραφή της επικαιρότητας· τη μεταμορφώνει σε χώρο ποιητικού και ηθικού στοχασμού. Η δημοσιογραφική αφορμή —ένα κοινωνικό γεγονός, μια πολιτική δολοφονία, μια εικόνα πολέμου ή προσφυγιάς— γίνεται το έναυσμα για μια βαθύτερη αναμέτρηση με την ανθρώπινη κατάσταση. Έτσι, ο δημοσιογράφος προσφέρει στον ποιητή την επαφή με το ιστορικό παρόν, ενώ ο ποιητής χαρίζει στον δημοσιογραφικό λόγο πυκνότητα, λυρισμό και υπαρξιακό βάθος. Στα κείμενά του η πληροφορία μετασχηματίζεται σε μνήμη, η επικαιρότητα σε τραγική εμπειρία και ο σχολιασμός σε πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη και τη βαρβαρότητα. Ο Καναβούρης μοιάζει να αποδεικνύει ότι η αληθινή δημοσιογραφία μπορεί να διαθέτει ποιητική συνείδηση και ότι η ποίηση, όταν συνομιλεί με την εποχή της, γίνεται μια μορφή δημόσιου λόγου υψηλής ευθύνης.

Ο τόμος Υπάρχει λόγος: Κείμενα από το μάτι του κυκλώνα (εκδ. Θεμέλιο, 2026) αποτελεί μια εκτενή ανθολογία 62 επιφυλλίδων και στοχαστικών κειμένων που δημοσιεύθηκαν κυρίως στην εφημερίδα Η Αυγή και στην ιστοσελίδα Artinews. Το έργο λειτουργεί ως λογοτεχνικό χρονικό της σύγχρονης ελληνικής και παγκόσμιας εμπειρίας: της προσφυγιάς, του πένθους, της πολιτικής βίας, της κοινωνικής αποσύνθεσης, αλλά και της ανάγκης για ανθρωπιά, ομορφιά και αντίσταση. Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει ότι τα κείμενα είναι «δουλεμένα και ξαναδουλεμένα» και ότι αφαιρέθηκαν τα στενά επικαιρικά στοιχεία, ώστε να αποκτήσουν διαχρονικό χαρακτήρα.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες διαπιστώνεται ότι ο Καναβούρης δεν γράφει δημοσιογραφικά με τη στενή έννοια. Τα κείμενά του είναι ποιητικά δοκίμια, επιφυλλίδες που υπερβαίνουν την επικαιρότητα και μετατρέπουν το γεγονός σε υπαρξιακό και πολιτικό στοχασμό. Το βιβλίο φέρει τον εύγλωττο υπότιτλο «Κείμενα από το μάτι του κυκλώνα», στοιχείο που υποδηλώνει ότι ο συγγραφέας δεν παρατηρεί απλώς την εποχή του αλλά ζει μέσα στη δίνη της.

Η γραφή του είναι βαθιά βιωματική. Στο κείμενο «Της προσφυγιάς» ο συγγραφέας ανακαλεί την οικογενειακή του ιστορία και μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε συλλογική εμπειρία:

«Γεννήθηκα στην Καβάλα. Γεννήθηκα, πριν, στην Κωνσταντινούπολη… Παντού γεννήθηκα. Κι όλα είναι πατρίδα μου». Η προσφυγιά εδώ δεν είναι μόνο ιστορικό γεγονός αλλά υπαρξιακή κατάσταση. Η πατρίδα δεν ορίζεται γεωγραφικά· γίνεται γλώσσα, μνήμη και χρόνος. Αυτή η μετατόπιση από το πολιτικό στο ποιητικό είναι βασικό γνώρισμα του έργου.

Το ύφος του Καναβούρη είναι εξαιρετικά λυρικό. Οι εικόνες του λειτουργούν με ποιητική πυκνότητα και συχνά παραπέμπουν στην ελληνική ποιητική παράδοση – από τον Σεφέρη και τον Ελύτη έως τον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη και τον Καρούζο.

Στο κείμενο «Πένθος», αφιερωμένο στην καταστροφή του γεφυριού της Πλάκας, το γεφύρι μετατρέπεται σε σύμβολο πολιτισμού και ιστορικής συνέχειας: «Τα γεφύρια δεν συνδέουν μονάχα τις όχθες, κυρίως συνδέουν το παλίμψηστο των πολιτισμών». Εδώ η καταστροφή ενός μνημείου δεν παρουσιάζεται ως απλό τεχνικό συμβάν αλλά ως τραύμα της συλλογικής μνήμης. Ο συγγραφέας πενθεί όχι μόνο την πέτρα αλλά την απώλεια της ιστορικής και ηθικής συνοχής ενός τόπου.

Παρόμοια ποιητική μεταστοιχείωση συναντάμε στο «Η δεξίωση του βυθού», όπου ένα χάλκινο χέρι από το ναυάγιο των Αντικυθήρων μετατρέπεται σε αλληγορία της ανθρώπινης παρουσίας στον χρόνο. Η αρχαιολογία γίνεται υπαρξιακή εμπειρία· το εύρημα δεν είναι αντικείμενο αλλά «χειρονομία του Ενός προς τον Άλλον».

Παρά τον λυρισμό του, ο Καναβούρης παραμένει βαθιά πολιτικός συγγραφέας. Δεν κρύβει την αντιφασιστική και ανθρωπιστική του θέση. Το βιβλίο είναι διαποτισμένο από οργή απέναντι στη βία, στον ρατσισμό, στην κοινωνική αδικία και στην απανθρωποποίηση.

Στο συγκλονιστικό κείμενο «Η μικρή Παναγία του Κιρκούκ», αφορμή αποτελεί η φωτογραφία ενός παιδιού που σηκώνει λευκή σημαία στον πόλεμο της Συρίας. Ο συγγραφέας μετατρέπει την εικόνα σε παγκόσμιο “κατηγορώ” εναντίον του φασισμού και της αδιαφορίας: «Όταν ένα παιδί σηκώνει λευκή σημαία, κουρελιάζονται οι σημαίες όλου του κόσμου». Η δύναμη του κειμένου βρίσκεται στο ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε πολιτική καταγγελία. Συνδέει το παρόν με τη μνήμη της Αντίστασης και των «200 της Καισαριανής», δημιουργώντας μια ηθική συνέχεια των αγώνων.

Εξίσου αιχμηρό είναι το «Θέλω να ουρλιάσω», γραμμένο μετά τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Ο Καναβούρης μιλά για τον «φασισμό των περιστατικών» και για τη νομιμοποίηση της βίας μέσα στην κοινωνία. Το κείμενο αποκτά χαρακτήρα ηθικού μανιφέστου, καθώς ο συγγραφέας αρνείται να αποδεχθεί τη βία ως κανονικότητα.

Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η αναζήτηση μιας άλλης πατρίδας. Η πατρίδα στον Καναβούρη δεν είναι εθνικιστικό σύμβολο αλλά χώρος μνήμης, γλώσσας, ελευθερίας και δικαιοσύνης. Στο «Καλύτερα η λέξη σημαία» ο συγγραφέας αποδομεί τη φετιχοποίηση των εθνικών συμβόλων και αντιπαραθέτει τη «λέξη σημαία» στη σημαία ως αντικείμενο. Η γλώσσα αποκτά ηθικό βάρος μεγαλύτερο από το σύμβολο. Η αληθινή σημαία είναι οι άνθρωποι που θυσιάστηκαν για την αξιοπρέπεια και όχι οι κούφιες εθνικοφροσύνες. Η πατρίδα για τον Καναβούρη είναι πάντοτε ανοιχτή προς τον Άλλον. Γι’ αυτό και η προσφυγική εμπειρία αποκτά καθολικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας αρνείται την αποκλειστικότητα και τη μισαλλοδοξία· υπερασπίζεται μια πατρίδα της μνήμης και της ανθρωπιάς.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη συνύπαρξη θλίψης και ελπίδας. Η οδύνη δεν οδηγεί στην παραίτηση αλλά στην ανάγκη για αντίσταση. Η ομορφιά παρουσιάζεται ως πράξη ηθικής επιμονής.

Στο «Καλοκαίρι είναι» ο συγγραφέας μετατρέπει το καλοκαίρι σε φιλοσοφική έννοια: σύμβολο αφθονίας, προσφοράς και μνήμης. Αντίστοιχα, στο «Μικρά βράδια, όνειρα γλυκά, φρίκη» η μεσογειακή ομορφιά αντιπαραβάλλεται με το δράμα των προσφύγων στη θάλασσα. Η αντίθεση ανάμεσα στο φως και στη φρίκη διατρέχει ολόκληρο το έργο. Ο Καναβούρης μοιάζει να υπερασπίζεται πεισματικά την ομορφιά μέσα στην ιστορική καταστροφή. Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη πολιτική του στάση.

Το βιβλίο αποτελεί σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική επιφυλλιδογραφία. Ο Καναβούρης κατορθώνει να ενώσει δημοσιογραφία, δοκίμιο και ποίηση σε ένα ενιαίο υβριδικό είδος υψηλής αισθητικής στάθμης.

Τελικά, ο «Λόγος» που υπάρχει στον τίτλο του βιβλίου δεν είναι μόνο η γλώσσα. Είναι ο λόγος ύπαρξης της ανθρωπιάς μέσα στον κόσμο."