Η πόλη αλλάζει βάρδια
[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 05.08.26 ]Μένω δίπλα στο «Ειδικόν». Τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο, ακούω ποτήρια ν’ ακουμπούν στα ξύλινα τραπέζια, καρέκλες να σέρνονται στο παλιό πλακάκι, ονόματα να περνούν από στόμα σε στόμα. Το οινοπαντοπωλείο άνοιξε το 1920, όταν γύρω του υπήρχαν ακόμη χωράφια και παράγκες· ύστερα ήρθαν οι πρόσφυγες, οι εργάτες, οι κοπέλες που σχολούσαν από τις φάμπρικες και έπαιρναν το τραμ. Έναν αιώνα αργότερα, οι ζωγραφισμένες επιγραφές, τα βαρέλια, τα ψυγεία και οι οικογενειακές φωτογραφίες εξακολουθούν να συμμετέχουν στη ζωή της γειτονιάς.
Από εκεί κατηφορίζω για το λιμάνι, ανάμεσα σε κτήρια που δεν συμφωνούν πια για το παρελθόν τους. Οι καμινάδες κρατούν το ύψος τους, ενώ γύρω τους υψώνονται γυάλινες προσόψεις, καινούργια γραφεία και διαμερίσματα που βαφτίζονται στα αγγλικά. Στο μυαλό μου ακούγεται η φωνή του Λάκη Χαλκιά στη «Φάμπρικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Γιώργου Σκούρτη: «Η φάμπρικα δε σταματά». Τώρα που η φωνή αυτή έσβησε, το τραγούδι ακούγεται σαν βάρδια που συνεχίζεται με απόντα τον τραγουδιστή.
Κάποτε ο Πειραιάς ξυπνούσε με αργαλειούς, ναυπηγεία, καζάνια και σειρήνες. Στα υφαντουργεία του Ρετσίνα, τον Απρίλιο του 1892, περίπου εξήντα εργάτριες βγήκαν σε απεργία όταν μειώθηκε το μεροκάματό τους. Πιο πέρα, η παραθαλάσσια ζώνη της Δραπετσώνας γέμισε εργοστάσια, πρόχειρα σπίτια και ανθρώπους που έζησαν στον ρυθμό των μηχανών.
Στον δρόμο της επιστροφής βλέπω συνεργεία να ξύνουν παλιούς σοβάδες, μεσίτες να φωτογραφίζουν μπαλκόνια, πινακίδες ν’ αλλάζουν γλώσσα. Η πόλη ετοιμάζει τη νέα της πρόσοψη με τη βιασύνη ανθρώπου που περιμένει επισκέπτες και κρύβει σ’ ένα πίσω δωμάτιο όσα θεωρεί ξεπερασμένα.
Το βράδυ επιστρέφω στο «Ειδικόν». Μέσα, η μνήμη σερβίρεται σε μικρά πιάτα, συνοδεύεται από ρετσίνα, λεκιάζει το τραπεζομάντιλο, γελά δυνατά. Έξω, η πόλη αλλάζει βάρδια και ο παλιός Πειραιάς υποχωρεί τετράγωνο το τετράγωνο. Μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού, οι παλιές γραμμές του τραμ Πειραιάς–Πέραμα παραμένουν ορατές μέσα στην άσφαλτο. Κάποτε περνούσαν από εδώ οι εργάτες και οι κοπέλες των εργοστασίων, στριμωγμένοι στα βαγόνια, με τη βάρδια ακόμη στα ρούχα τους. Τώρα οι ράγες δεν οδηγούν πουθενά· κρατούν όμως χαραγμένη τη διαδρομή μιας πόλης που αλλάζει τόσο γρήγορα, ώστε χρειάζεται καμιά φορά να κοιτάζει κάτω από τα πόδια της για να θυμηθεί από πού πέρασε.

