Πού μένω, σύντροφοι;

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 15.06.26 ]

Σε μια παλιά πολυκατοικία ζούσαν κάτι ένοικοι που περνούσαν τις μέρες τους εξηγώντας στους άλλους πώς πρέπει να οργανωθεί σωστά η ζωή του κτηρίου, ποιος όροφος αδικείται, ποιο διαμέρισμα καταπιέζεται και πώς θα έρθει επιτέλους η μεγάλη ανακαίνιση που θα φέρει δικαιοσύνη για όλους. Υπήρχε όμως ένα μικρό πρόβλημα. Οι ίδιοι δεν ήξεραν σε ποιο διαμέρισμα έμεναν. Ο ένας κατέβαινε κάθε πρωί από τον τέταρτο όροφο και διακήρυττε ότι κατοικεί στο ισόγειο, ώσπου το απόγευμα ανακάλυπτε ότι τελικά ανήκει στον τρίτο, ενώ την επόμενη εβδομάδα δήλωνε πως οι αριθμοί των διαμερισμάτων είναι ξεπερασμένες έννοιες που δεν χωρούν τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ένας άλλος κρατούσε πέντε διαφορετικά κλειδιά και έμπαινε κάθε βράδυ σε διαφορετική πόρτα, εξηγώντας ότι η μόνιμη κατοικία είναι μια μικροαστική εμμονή και ότι ο προοδευτικός άνθρωπος οφείλει να αισθάνεται ταυτόχρονα ένοικος παντού και πουθενά.

Εγώ έμενα απέναντι. Τους άκουγα κάθε μέρα να μιλούν με τόση βεβαιότητα για τα διαμερίσματα των άλλων, ώστε άρχισα να αμφιβάλλω για το δικό μου. Κάποτε έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη μου και τα κοίταξα με αμηχανία, μήπως κι εγώ είχα πέσει θύμα της ίδιας σύγχυσης. Αν όμως δεν ήξεραν πού μένουν εκείνοι, πώς ήταν τόσο σίγουροι για το πού έπρεπε να μένουμε όλοι οι υπόλοιποι;

Όταν ο διαχειριστής, απελπισμένος, ανάρτησε έναν πίνακα με τα ονόματα και τα διαμερίσματα των κατοίκων, εκείνοι ξεσηκώθηκαν καταγγέλλοντας τον πίνακα ως αυταρχικό, αναχρονιστικό και βαθιά προσβλητικό για το δικαίωμα του καθενός να αυτοπροσδιορίζεται καθημερινά σε διαφορετικό όροφο. Τελικά τον κατέβασαν και ανακουφίστηκαν. Από τότε η πολυκατοικία λειτουργεί χωρίς τέτοιες καταπιεστικές βεβαιότητες. Κανείς δεν ξέρει ποιος μένει πού, ποιανού είναι τα κλειδιά, ποιος εκπροσωπεί ποιον και γιατί βρίσκεται εκεί. Κάθε φορά που τους συναντώ στο ασανσέρ, φοβάμαι μήπως τους ρωτήσω σε ποιο διαμέρισμα μένουν και θεωρηθώ εχθρός της προόδου -λουδίτης, αποσυνάγωγος και εξωμότης. Ωστόσο όλοι εξακολουθούν να δίνουν μαθήματα για το πώς πρέπει να κατοικούν οι άλλοι, με την ακλόνητη αυτοπεποίθηση ανθρώπων που έχουν χάσει όχι μόνο το διαμέρισμά τους αλλά και τη διεύθυνσή του.