Κ. Τσουκαλάς: Πόλεμος και Ειρήνη…

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 19.08.26 ]

...Μετά το τέλος της ιστορίας

(Ο θάνατος μας πολιορκεί από παντού. Μετά τον Νίκο Καλογερόπουλο, ο παλιός φίλος και σύντροφος Γιάννης Τζούστας. Την ίδια μέρα "έφυγε" και ο Κ. Τσουκαλάς. Τον τελευταίο τον γνώρισα στο σπίτι του μετά τον μεγάλο σεισμό του 1999. Αποφάσισα όμως να μην ανατρέχω στις προσωπικές θύμισες. Στο εξής θα μιλώ μόνο για το έργο αυτών που "φεύγουν", έτσι που “ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία” -Ντύλαν Τόμας).

Πως εξηγείται ο πόλεμος στο Ιράκ, ή στο Ιράν αύριο; (το 2006 έγινε αυτή η προφητική διερώτηση). Το φαινόμενο του πολέμου έχει τα ίδια χαρακτηριστικά σήμερα με ό,τι παλαιότερα; Ή ακόμη αρκεί μια προσέγγιση που βασίζεται μόνο στην οικονομική διάσταση; Ο Κ. Τσουκαλάς στο βιβλίο του: «Πόλεμος και Ειρήνη...» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2006), εκκινεί από το φαινόμενο του πολέμου όπως αυτό εκδηλώνεται σήμερα και επιχειρεί να εξηγήσει, ή τουλάχιστον να περιγράψει μέσω αυτού τις αλλαγές που συντελέστηκαν ή συντελούνται στον κόσμο.

«Οι ηγεμονικοί πόλεμοι δεν είναι παρά ένα από τα πολλαπλά συμπτώματα ενός ευρύτερου μετασχηματισμού που αγγίζει ολόκληρο το σύστημα των νοηματικών και εννοιακών συντεταγμένων, οι οποίες οροθετούσαν και προσέδιδαν σταθερό νόημα στον κόσμο που γνωρίζαμε», σημειώνει χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά πρόκειται για μία «πολιτισμική προσέγγιση» του πολέμου, καθώς η ανάλυσή του επικεντρώνεται «στα αντιφατικά μεταξύ τους συστήματα παραστάσεων που τον ερμηνεύουν, τον κανοναρχούν και τον εκλογικεύουν». Όσο για τους «νέους πολέμους» που διεξάγονται από τις ΗΠΑ, ο Τσουκαλάς διατείνεται ότι δεν γίνονται για την επίτευξη μόνο γεωπολιτικών στόχων, αλλά «είναι τα εύλογα προϊόντα μιας νέας μορφής εξουσίας που αναζητεί το ρόλο της και τα όριά της σε ένα εντελώς νέο εξουσιαστικό πλαίσιο». Η νέα αυτή εξουσία είναι μία υπό δόμηση «νέα αθέσπιστη ηγεμονική πολιτική τάξη», μία ηγεμονική υπερ-τάξη, μία υπερκείμενη «τάξη των τάξεων», ενώ κάτωθεν βρίσκονται οι «ηγεμονευόμενες εθνικές-κρατικές τάξεις».

Ουσιαστικά ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως μεταιχμιακός, ως ένας κόσμος σε μετάβαση. Γι’ αυτό και η τρέχουσα μορφή οργάνωσης του ηγεμονευόμενου παγκόσμιου συστήματος είναι μεταβατική, καθώς η αμερικανική αυτοκρατορία διαφοροποιείται απ’ όλα τα ιστορικά της προηγούμενα, αφού παρουσιάζεται με νέα χαρακτηριστικά και αντιφάσεις. Ο Τσουκαλάς φαίνεται να αποδέχεται την άποψη του Τσόμσκι ότι οι πόλεμοι που διεξάγουν σήμερα οι ΗΠΑ είναι «πόλεμοι αξιοπιστίας», δηλαδή παραδειγματικοί και απόδειξης του «ποιος είναι το αφεντικό». Συνεπώς, η ιδεολογική διάσταση των ηγεμονικών πολέμων φαίνεται να κυριαρχεί. Μόνο που βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο που οι ΗΠΑ προσπαθούν ταυτόχρονα να κατασκευάσουν και να τηρήσουν τη δική τους ηγεμονική νομιμότητα, να διαγράψουν τα νέα πεδία των συμφερόντων τους και να συντηρήσουν «την επίφαση ενός εικαζόμενου οικουμενικού συμβολαίου». Αυτό γίνεται υπό το πρίσμα μιας «διαρκούς κατάστασης ανάγκης» και με ένα λόγο που έχει τις πηγές του σ’ ένα παρωχημένο και ανενεργό σύστημα ιδεών και αξιών. Οι ΗΠΑ προσπαθούν εν άλλοις λόγοις να διατηρήσουν το «μονοπώλιο της δύναμης», συντηρώντας την ανισορροπία και τον κατακερματισμό των διαφόρων «εξισοροπιστικών» τάσεων, όπως η δημιουργία μιας μεγάλης Ευρώπης. Αλλά η ηγεμονική υπερδύναμη δεν διακυβεύει το κύρος της σε αβέβαιες πολεμικές ενέργειες, όπως εναντίον χωρών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Η διατάραξη, πάντως, της «ανισόρροπης σταθερότητας» από οποιοδήποτε κράτος αποτελεί «έγκλημα καθοσιώσεως». Επιπροσθέτως, η ηγεμονική δύναμη επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο των τοπικών πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων και επιλογών, που ενδύονται το μανδύα της διαρκούς προόδου μέσω των νέων τεχνολογιών.

Ο Κ. Τσουκαλάς μοιάζει να παραγνωρίζει τη σφραγίδα του αμερικανικού «Πραγματισμού», ως τρόπου πρωτίστως δράσης αλλά και σκέψης. Με άλλα λόγια, τα πολιτισμικά υλικά του «ηγεμονικού ξίφους» δεν αναλύονται επαρκώς. Απλώς, γίνεται μία αναφορά στον παρωχημένο λόγο όπου βασίζεται η ιδεολογική αιτιολόγηση της νέας τάξης πραγμάτων και η νομιμοποίηση της νέας μορφής ηγεμονικής εξουσίας.

Έτσι, ενώ γίνεται μια προσπάθεια εξήγησης του σημερινού κόσμου με βάση τον πόλεμο και τους πολιτιστικούς και πολιτικούς κώδικες που τον εκλογικεύουν, αποφεύγεται η ανάλυση της νέας ηγεμονικής μορφής εξουσίας, δηλαδή των ΗΠΑ, με τους ίδιους όρους. Η «μεταβατικότητα» δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις όπως στην περίπτωση της εξαφάνισης του «εσωτερικού» και «διεθνούς», παραβλέπεται. Σε άλλο σημείο (σελ. 149) οι έννοιες της «οικουμένης», της «ανθρωπότητας» και του «ενιαίου κόσμου» παρουσιάζονται ως «ισχνά και αναποκρυστάλλωτα νοηματικά πλάσματα». Η «εσωτερική» διάσταση της αμερικανικής κοινωνίας παραγνωρίζεται σε σημείο που οι διαγνώσεις του Κ. Τσουκαλά να μην προσφέρουν ούτε διέξοδο, καθώς δεν γίνεται καμία προσπάθεια αποσαφήνισης των νοηματικών συστημάτων που διαμόρφωσαν ιστορικά και συνεχίζουν να εκπληρώνουν μια λειτουργία ελέγχου του μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών τόσο εντός των ΗΠΑ όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της ηγεμονικής υπερδύναμης, στη βάση έστω ενός «παρωχημένου συστήματος ιδεών και αξιών». Η θρησκεία, η μετανάστευση, ο Πραγματισμός, ο αμερικάνικος τρόπος ζωής παρουσιάζονται συνοπτικά και χωρίς αποχρώσεις, ως μία «υπερβατολογική θεοκρατική ηθικολογία» και «μακντοναλντοποίηση της οικουμένης», ή ως ένα πολιτικό διακύβευμα λόγω της αμερικανικής αξίωσης για τη διάχυση και εμπέδωση παντού του αμερικανικού προτύπου μέσω του «πολιτιστικού προσηλυτισμού»! Το κενό, βέβαια, καλύπτεται από τον πασπαρτού κανόνα της… απροσδιοριστίας και την εγελιανή «πανουργία της ιστορίας».

Είναι, όμως, απορίας άξιο γιατί ο Τσουκαλάς δεν αναλύει εκτενώς το φαινόμενο του Ολοκληρωτισμού (παρά την παραπομπή στην Άρεντ) σε συνδυασμό με αυτό του Πολέμου. Η έννοια της «διαρκούς κατάσταση ανάγκης» αποκρύπτει το ολοκληρωτικό φαινόμενο αντί να το αποκαλύπτει. Διότι και ο Ολοκληρωτισμός χαρακτηρίζεται από την εμμονή στην Ενότητα, ακόμη και με τίμημα την εξαφάνιση του Άλλου, μια Ενότητα «μονολιθική», που μεταφράζεται στον ένα Αρχηγό, το ένα και μοναδικό κόμμα, το μοναδικό λαό, φυλή ή δόγμα κλπ. Απαιτεί, δηλαδή, μια ομοιογενή, χωρίς ρωγμές και διαφορές, ενότητα και εκφράζεται με το παραλήρημα του «γιγαντιαίου» και του «μαζικού», του Μοναδικού που επιβάλλεται στο πολλαπλό και το διαφορετικό. Όσο απεχθές κι αν είναι ένα ολοκληρωτικό σύστημα γίνεται τελικά ανεκτό γιατί παρέχει στον πληθυσμό έναν αριθμό ανταμοιβών, καθώς αποκλείει τους «εσωτερικούς εχθρούς» και, κυρίως, κατευθύνει ένα μεγάλο μέρος της συλλογικής βίας προς τα έξω, διεξάγοντας μια ακραία φιλοπόλεμη πολιτική. Η τελευταία εξαίρει τον «πατριωτισμό», τα αισθήματα «εθνικής υπερηφάνειας και δόξας». Και γι’ αυτό δεν ανέχεται κανένα διάλειμμα (ιδού η διαρκής κατάσταση ανάγκης). Το ολοκληρωτικό καθεστώς, παρασυρόμενο από τη φρενίτιδα της βίας εντείνει τον τρόμο και τη βία με μια συνεχώς επιταχυνόμενη κίνηση που μοιάζει ότι τείνει προς την αποκάλυψη ή το χάος.

Ο Τσουκαλάς επιχειρεί να δείξει ότι οι νέοι ηγεμονικοί πόλεμοι δεν έχουν καμία σχέση με το φαινόμενο του πολέμου όπως το εξηγεί ο Αρόν, αλλά όπως το εξηγεί ο κλασσικός Κλαούζεβιτς (σελ. 90). Στο βιβλίο του «Πόλεμος και ειρήνη μεταξύ των εθνών» Ο Ρ. Αρόν ορίζει τις διεθνείς σχέσεις μέσα από το γεγονός ότι ο καθένας επιφυλάσσει για τον εαυτό του τη δυνατότητα να προσφύγει στη χρήση της ισχύος, δηλαδή του πολέμου. Αντιπαραθέτει δε στην κατάσταση αυτή, εκείνη που ισχύει στο εσωτερικό των κρατών, όπου το καθένα έχει το μονοπώλιο της βίας, νομιμοποιούμενο από τους θεσμούς. Στον Τσουκαλά το «μονοπώλιο της βίας» το διαθέτει μόνο η ηγεμονεύουσα δύναμη αλλά με μη θεσμισμένο ακόμη τρόπο. Στον Αρόν λειτουργούν τα δίπολα εσωτερικό-εξωτερικό, ειρήνη-πόλεμος. Αλλά σύμφωνα με τον Πιέρ Ασνέρ (που φαίνεται να αποδέχεται μέχρι ενός σημείου ο Τσουκαλάς) οι κλασσικές διακρίσεις ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, το εσωτερικό και το εξωτερικό, το δημόσιο και το ιδιωτικό έχουν εντελώς διαφοροποιηθεί κυρίως όσον αφορά τα όριά τους.

Στην εποχή μας, λέει ο Ασνέρ, έχουμε μεικτές πραγματικότητες και συνθέσεις, οι οποίες διαφεύγουν των προηγούμενων ορισμών και γι’ αυτό οφείλουμε να επαναδιαπραγματευθούμε τις έννοιές μας. Σήμερα, οι έννοιες βία και σύγκρουση περιλαμβάνουν ταυτόχρονα τη μορφή διακρατικής βίας που είναι ο πόλεμος, αλλά και άλλες μορφές βίας, ιδιαίτερα την εσωτερική βία η οποία ασκείται από τις κυβερνήσεις στους ίδιους τους δικούς τους άμαχους πληθυσμούς. Πρέπει πλέον να σκεφτόμαστε «από κοινού πολέμους, επαναστάσεις και συγκρούσεις», λέει ο Ασνέρ, και να συμπεριλάβουμε σε αυτά, με την έννοια της δομικής βίας, και τη βία που εμφιλοχωρεί στην ανισότητα και τη φτώχεια, τη λεκτική βία κ.ά. Με άλλα λόγια ο πόλεμος και η ειρήνη, το εσωτερικό και το εξωτερικό διαπλέκονται με τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατο να τα χρησιμοποιούμε ως έννοιες διακεκριμένες και απόλυτες. Υπ’ αυτή την προσέγγιση, όμως, ο Πόλεμος ως συμπλήρωμα της πολιτικής (Κλαούζεβιτς) δεν υφίσταται. Ακόμη, ενώπιον της τρομοκρατίας είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί τι είναι πολιτικό και τι δεν είναι, το μέρος της ευθύνης που πρέπει να αποδίδεται στα κράτη, στις εγκληματικές οργανώσεις και στις αυθόρμητες εκρήξεις. Σύμφωνα με τον Ασνέρ «ο σπασμωδικός εκμηχανισμός της κοινωνίας δημιουργεί τους κατά Μ. Βέμπερ «φιλήδονους χωρίς ψυχή και προφήτες χωρίς μυαλό» και προκαλεί κρίση ταυτότητας στους νέους που οδηγούνται γι’ αυτό το λόγο σε μια πολιτική ή θρησκευτική κοινότητα αλλά και στην τρομοκρατία προκειμένου να προσδώσουν νόημα στη ζωή τους. Αν συμφωνήσουμε με τον Σέλλινγκ, σήμερα υπάρχει μία «ανορθολογικότητα του ορθολογικού», η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στη ρήση του προέδρου των ΗΠΑ Τζόρτζ Μπους σύμφωνα με την οποία «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» (Η ουδετερότητα δεν υφίσταται λέει ο Τσουκαλάς).

Η δυνατότητα της επιλογής να μην είσαι ούτε με τις ΗΠΑ ούτε εναντίον τους αποκλείεται της ορθής λογικής. Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή αντίθεση μεταξύ των θεωρητικών και των αναλυτών βρίσκεται στη νοσταλγία του ιερού και του απόλυτου των μεν και στην απομαγευμένη και νεωτερική οπτική των δε (η νεωτερική συνιστώσα του Διαφωτισμού έχει εκλείψει από την αμερικανική σκέψη και ζωή και έχει μείνει μόνο η θρησκευτική, λέει ο Ρίφκιν). Ουσιαστικά πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας η οποία υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα στις κουλτούρες και αναπαράγεται στο εσωτερικό της κάθε μίας από αυτές. Δεν είναι τυχαίο ότι η «θεοκρατική» ηγεμονική δύναμη δεν εμπιστεύεται το Ιράν λόγω του θεοκρατικού παρελθόντος του! Αλλά, τελικά, τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα; Ο Τσουκαλάς εναποθέτει την απάντηση όπως είδαμε στην αόριστη «πανουργία της ιστορίας».

Παρουσίαση στην Φ.Β., 2006