Ο Θοδωρής Τσομίδης αρνήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το βιβλίο του «Η Γέννα», γνωστοποιώντας την απόφασή του με επιστολή που απέστειλε στη LiFO.
Ολόκληρη η επιστολή:
Ανακοινώθηκε πως μου απονέμεται το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το βιβλίο μου «Η Γέννα». Δεν γνωρίζω προσωπικά κανένα από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, εκτιμώ όμως το πολύπλευρο έργο τους και την σημαντική συμβολή τους στα γράμματά μας. Συγκινούμαι λοιπόν πολύ και χαίρομαι ειλικρινά για την ευμενή τους ανάγνωση και για τον κριτικό έπαινο που μου απευθύνουν. Τους ευχαριστώ όλους και όλες θερμά για τον χρόνο που διέθεσαν στο κείμενό μου, για την εμπεριστατωμένη κρίση τους όπως αποτυπώνεται στο σκεπτικό της επιτροπής, καθώς και για την πρόθεσή τους να ενθαρρύνουν την συγγραφική μου προσπάθεια. Θα επιμείνω πάντως στην άρνησή μου να δεχτώ οποιαδήποτε λογοτεχνική βράβευση.
Την θέση μου αυτή εξέφρασα δημοσία ήδη τον Μάιο του 2025, όταν το όνομά μου συμπεριλήφθηκε στην βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Αναγνώστης. Στην σχετική επιστολή-που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον- είχα αιτιολογήσει την άρνησή μου ως εξής:
«[Ο] τρόπος που αντιλαμβάνομαι την γραφή δεν συνάδει με βραβεύσεις, επαίνους, τιμές. Τα βραβεία υπηρετούν μια λογική ιεράρχησης, επίδοσης και αθλοθέτησης που περισσότερο ταιριάζει στον αθλητισμό παρά στη λογοτεχνία. Κάθε βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου εξάλλου είναι ένα πρόωρο βραβείο.
Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τον θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων ως ένα μέσο προώθησης και ανάδειξης της λογοτεχνίας, μια αφορμή να μιλήσουμε για όσα αγαπάμε σε αυτήν. Και ίσως να είναι πράγματι έτσι. Με την άρνησή μου όμως θέλω να θυμίσω πως ό,τι ονομάζουμε λογοτεχνία δεν τρέφεται από την αναγνώριση και την επιτυχία-γιατί η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση χωρίς νικητές. Πως οι τύχες ενός συγγραφέα εξαρτώνται όχι από το αν θα πετύχει να αναγνωριστεί, αλλά από το αν θα αντέξει να μην λάβει καμία αναγνώριση. Πως η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από αποτυχίες, ενίοτε φαντασμαγορικές, που αποδείχθηκαν καθοριστικότερες από πολλές επιτυχίες. Πως την λογοτεχνία την έπλασαν όχι μόνο οι συγγραφείς που διαβάστηκαν και επαινέθηκαν στον καιρό τους, αλλά και πολλοί άλλοι που αγνοήθηκαν ή κατακρίθηκαν και αποδοκιμάστηκαν. Πως η λογοτεχνία έχει τους δικούς της χρόνους, προσπερνά την επικαιρότητα και είναι γεμάτη από βιβλία που λησμονήθηκαν για να ξανανακαλυφθούν.
Πιστεύω επίσης πως οι συγγραφείς δεν ωφελούνται από τα βραβεία. Το έργο τους δεν θα γίνει ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο εξαιτίας ενός βραβείου. Και τίποτα δεν υπονομεύει μια δημιουργική προσπάθεια περισσότερο από την ενδόμυχη ανάγκη να αρέσεις – σε μια επιτροπή, σε ένα γενικό και αόριστο κοινό, στον οποιονδήποτε. Ό,τι τρέφει αυτήν την ενδόμυχη ανάγκη –και αυτή είναι μια αναπόφευκτη λειτουργία κάθε βραβείου– δημιουργεί προϋποθέσεις συνθηκολόγησης απέναντι σε λογής νόρμες, εξουσίες και χειροκροτητές. Για έναν άνθρωπο μάλιστα που ξεκινάει την περιπέτειά του στον δρόμο της γραφής μια βράβευση –συνοδευόμενη από εφήμερη δόξα, πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα, κάποιο μικρό έπαθλο– ενδέχεται να νοθεύσει τα μόνο κίνητρα που είναι ικανά να υποστηρίξουν τη μοναχική του πορεία στο βάθος του χρόνου: την ανάγκη ειλικρινούς έκφρασης και την χαρά της δημιουργίας.
Πιστεύω τέλος πως ούτε οι αναγνώστες ωφελούνται από τον θεσμό των βραβείων. Μιλώ για τους αναγνώστες που ξενυχτούν πάνω από βιβλία, για αναγνωστικές κοινότητες που τρέφουν κάτι πέρα από την φιλαυτία τους, για παρέες που συντηρούν μικρά βιβλιοπωλεία, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοφιλικές ιστοσελίδες, αυτοσχέδιους εκδοτικούς οίκους. Αναφέρομαι σε όλους αυτούς για τους οποίους η λογοτεχνία γίνεται τελικά ό,τι και για τον συγγραφέα: επίμονος πυρετός και παράνομη λατρεία, η πιο τρελή περιπέτεια του μυαλού, η πιο απίθανη περιπλάνηση σε ένα μαγεμένο, σκοτεινό δάσος δίχως ξέφωτο. Οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τις έτοιμες λίστες που τους προσφέρονται. Η περιπλάνησή τους είναι εξίσου μοναχική με εκείνη του συγγραφέα. Ζητούν να ανταμώσουν με κάτι απροσδιόριστο που έχει ήδη στοιχειώσει το μέσα τους, και καμιά έτοιμη λύση δε θα κατασιγάσει την αγωνία τους. Πιστεύω ακράδαντα πως και δίχως βραβεία κάθε αναγνώστης θα συναντηθεί τελικά με όσα βιβλία έχουν γραφτεί για κάποιον σαν και εκείνον – κι ας μεσολαβήσουν πολλά χρόνια μέχρι να συμβεί αυτό. Μιλώ ως αναγνώστης και εγώ τώρα. Ως αναγνώστης ανυπεράσπιστων βιβλίων, που εντελώς αναπάντεχα, διχως δάφνες και βραβεία, με μόνη κληρονομιά το αποτύπωμα που άφησαν στις καρδιές των αναγνωστών τους, έφτασαν κάποτε και στα δικά μου χέρια για να βαθύνουν το χνάρι της λογοτεχνίας μέσα μου.
Ούτε η απονομή ενός βραβείου ούτε φυσικά η άρνησή του προσθέτει ή αφαιρεί οτιδήποτε στην αξία ενός βιβλίου. Εξακολουθώ να θαυμάζω με αμείωτη ένταση δεκάδες συγγραφείς που αποδέχτηκαν την βράβευσή τους. Θαυμάζω επίσης πολλούς λησμονημένους, που απορρίφθηκαν, που δεν έδωσαν ποτέ τους συνέντευξη, που είδαν τα έξοχα βιβλία τους να μην πουλούν, να μην ανατυπώνονται, να πολτοποιούνται ή να μοιράζονται μυστικά, χέρι με χέρι, ανάμεσα σε ομότεχνους και φίλους. Και ωστόσο συνέχισαν να γράφουν, υπηρετώντας την παράφορη εμμονή που φωτίζει τις νύχτες τους.
Και για εκείνους που δέχονται και για εκείνους που αρνούνται τον θεσμό των βραβείων ισχύει το ίδιο: στο τέλος θα μείνουν( ; ) μονάχα τα γραπτά μας, για να δοκιμαστεί η αντοχή τους στο χρόνο και στις εξακολουθητικές αναγνώσεις».
Θεωρώ ότι οι παραπάνω σκέψεις, που εξέθεσα πρόσφατα σε παρόμοια συγκυρία, εξηγούν επαρκώς και την σημερινή μου άρνηση να αποδεχθώ το βραβείο που ευγενικά μου απονέμεται.
Ευχαριστώ και πάλι όσους ανθρώπους πίστεψαν και εμψύχωσαν αυτή μου την προσπάθεια στο γράψιμο.
Με εκτίμηση
Θοδωρής Τσομίδης

