Η Βιλετζιατούρα του Αυγούστου
[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 17.08.26 ]Διάβασα το κείμενο του Γιώργου Παπαδόπουλου Τετράδη σχετικά με την θέση του Χοσέ Μουχίκα για τη σημασία της πολιτισμικής διάστασης της επανάστασης, ταυτόχρονα μ’ ένα άρθρο στον Guardian για την κουλτούρα των διακοπών του Αυγούστου, την Villeggiatura (που σημαίνει κατά λέξη διαμονή σε εξοχική κατοικία-βίλα). Διαπίστωσα για μία ακόμα φορά με ποιο τρόπο αλλάζει το περιεχόμενο σε συνήθειες και κουλτούρες με βάση τη σύγκρουση Εγώ-Εμείς.
Η “Βιλετζιατούρα” ήταν αρχικά μία συνήθεια των αριστοκρατών της Ιταλίας, η οποία περιγράφεται στο θεατρικό έργο του Κάρλο Γκολντόνι «Τριλογία του παραθερισμού» (Trilogia della villeggiatura), που σατιρίζει τις υπερβολές και τα έξοδά των πλούσιων της εποχής για να εντυπωσιάσουν στους θερινούς τους προορισμούς.
Αυτή την εγωτική συνήθεια των αριστοκρατών οι Ιταλοί της μεσαίας και της εργατικής τάξης του 20ου αιώνα την μετέτρεψαν σε μία τελετουργία του Εμείς.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, εκατομμύρια Ιταλοί θεωρούσαν τις μεγάλες καλοκαιρινές διακοπές στα προγονικά χωριά και τα παραθαλάσσια μέρη θεμελιώδες δικαίωμά τους. Ήταν η εποχή του τραγουδιού Sapore di Sale (Η Γεύση του Αλατιού, 1963), η οποία δοξολογεί τις «τεμπέλικες μέρες που περνούν» οι εργαζόμενοι στην παραλία, ονειρευόμενοι «έναν διαφορετικό κόσμο» πέρα από το εργοστάσιο. Αλλά ήταν και η εποχή των πανίσχυρων εργατικών συνδικάτων που αγωνίστηκαν για αυτό το δικαίωμα, εξασφαλίζοντας στους Ιταλούς εργαζόμενους μερικές από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια προστατευόμενες διακοπές στην Ευρώπη.
Σήμερα αυτό το δικαίωμα όπως και πολλά άλλα αμφισβητείται. Πέρυσι, το 35,7% των Ιταλών ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά ούτε καν ένα σύντομο διάλειμμα.
Το χειρότερο είναι ότι η Βιλετζιατούρα αλλάζει περιεχόμενο . Εκεί που ήταν μια γιορτή αλληλεγγύης και μοιράσματος, τώρα “πουλιέται” από ομίλους ξενοδοχείων, όπου ένα δωμάτιο μπορεί να κοστίσει αρκετές χιλιάδες ευρώ τη βραδιά. Η κουλτούρα της εγγύτητας και η συλλογικότητα ως νόημα και περιεχόμενο της ζωής των «κάτω» εξαερώνονται. Το κενό αντικαθίσταται από την πρότερη αριστοκρατική κουλτούρα της επίδειξης, του διαρκούς καθρεφτίσματος του εαυτού στις σέλφι, στην έκθεση αξιοθέατων και γαστρονομικών απολαύσεων και autofiction ιστοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ΕΓΩ παίρνει κεφάλι. Οι εργαζόμενοι σκέφτονται όπως τα αφεντικά τους, όπως έλεγε ο Τολστόι, πέφτοντας στην παγίδα του Νάρκισσου με τα μαγικά καθρεφτάκια-οθόνες. Ο φτωχός εργαζόμενος θα πάει στο χωριό με διακοποδάνειο για να "πουλήσει" την πλαστή εικόνα του πετυχημένου. Η κοινωνική επίδειξη, τα ακριβά ρούχα, το καινούργιο αυτοκίνητο, τα γκουρμέ εστιατόρια, οι καλεσμένοι, όλα κάνουν τον παραθερισμό μια εξανλτητική «δουλειά» παραγωγής εικόνας και του συνήθως ψευδούς κοινωνικού στάτους.
Παρόλ’ αυτά η Βιλετζιατούρα εξακολουθεί να υπάρχει ως εναλλακτικό μοντέλο. Πολλοί μοιράζονται οικογενειακές κατοικίες. Αντί για αξιοθέατα, δίνουν προτεραιότητα στην ηλιοθεραπεία και τον ύπνο. Αντί να δοκιμάζουν μενού και υπερτιμημένα κοκτέιλ, δίνουν προτεραιότητα σε απλές τελετουργίες, όπως το μοίρασμα focaccia (είδος ιταλικού λαδόψωμου) και καρπουζιού στην παραλία με την οικογένεια και τους φίλους, ή μαγειρέματος για όλη την παρέα.
Αυτό το αντικαταναλωτικό μοντέλο της Βιλετζιατούρα ακολουθούν σήμερα κυρίως οι νέοι. Στήνουν μία τέντα ή σκηνές στην παραλία (φωτογραφία). Μοιράζοντας το φαγητό και μία μπύρα γύρω από μια φωτιά, τραγουδώντας με την κιθάρα. “Μια τέντα θα στήσω. Λίγα λεφτά για φαΐ και κρασί χρειάζομαι” λέει το κορίτσι στον τηλεοπτικό ρεπόρτερ.
Κι ας παραπονιούνται τα αφεντικά της εστίασης ότι δεν βρίσκουν νέους να δουλέψουν. Οι νέοι προτιμούν να ζήσουν, να ερωτευθούν, να ταξιδέψουν, να απολαύσουν τον ήλιο, τη θάλασσα. Θέλουν τα καλοκαίρια δικά τους. Δεν θέλουν το άχθος αλλά τη δημιουργία (η Χάνα Άρεντ έκανε τη διάκριση στην εργασία του άχθους και στην εργασία της δημιουργίας). Δεν εργάζονται όταν δεν γουστάρουν. Ή εργάζονται λίγο όσο για να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα για φαγητό και εισητήρια για να φύγουν. Προτάσσουν την οικονομία του μοιράσματος και της αλληλεγγύης. Δεν καταναλώνουν αλλά συνεργάζονται και συνεισφέρουν. Δεν θέλουν το «Μπουλό, Μετρό, Ντοντό» (δουλειά, μετρό, ύπνος). Θέλουν να ζήσουν διαθέτοντας χρόνο για τον εαυτό τους, για να συναντηθούν με τους φίλους τους, για να διαβάσουν, να σκεφτούν, να ονειρευτούν. Μισούν το «εγκεφαλικό κάψιμο» (burn out), τον άγριο ανταγωνισμό, την ανάγκη της συνεχούς αύξησης της αποδοτικότητας και τη φενάκη της αλήθειας από το ηλεκτρονικό-ψηφιακό θέατρο της ψευδαίσθησης. Απεχθάνονται τις «σκατένιες δουλειές»(“bullshit jobs”), τις γραφειοκρατικές δουλειές χωρίς καμία ή με ελάχιστη χρησιμότητα, και προτιμούν αυτές που έχουν νόημα και για τις οποίες θα είναι περήφανοι/ες. Απορρίπτουν την κοινωνία της κατανάλωσης και του κανιβαλισμού, και ότι δήθεν η συσσώρευση πλούτου τους κάνει πιο αυτόνομους και πιο ελεύθερους. Γνωρίζουν ότι το παρόν σύστημα καταστρέφει τον πλανήτη. και είναι υπέρ της αποανάπτυξης.
Βιώνουν στην πράξη (πολλοί νέοι, όχι όλοι) αυτό που λέει ο Μουχίκα κι ο ποιητής:
“Πολλά (δε θέλει ο άνθρωπος, να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος)
λίγο φαΐ λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ανάσταση...”
Να μην “τον φέρνουν πίσω μπρος, (να μην) του τρώνε και το λίγο βιος”,
οι Δυνατοί για τους οποίους “δεν έχει χόρταση”.

