Δυο πένες, δεκατρείς κάλυκες
[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 09.07.26 ]Στο Μάντσεστερ του Graham Nash έβρεχε χαμηλά, πάνω στα καπέλα, στα κόκκινα τούβλα, στις τσέπες των αντρών που γύριζαν από τη δουλειά με τα νύχια μαύρα, και κάπου εκεί, μέσα σε μια μικρή υπόθεση, μια φωτογραφική μηχανή, ένα όνομα που έμεινε πίσω από τα δόντια, ένας πατέρας μπήκε στη φυλακή αφήνοντας στον γιο του εκείνη τη σκηνή που δεν τελειώνει ποτέ, το παιδί στο πεζοδρόμιο, η μάνα με το στόμα σφιγμένο, το χέρι στην τσέπη, λίγη καπνόσκονη, δυο πένες, ένα χαρτί διπλωμένο τόσο μικρό ώστε να περνά από κάθε έλεγχο, μαζί με τη ντροπή, τη φτώχεια, την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που πληρώνουν ακριβά ακόμη και τη σιωπή τους.
Από αυτό το μικρό οικιακό τραύμα βγήκε το Prison Song, ένα τραγούδι που δεν φωνάζει, δεν σηκώνει πανό, δεν ζητά από τον ακροατή να συγκινηθεί με το ζόρι· περπατά σαν άντρας σε βρεγμένο δρόμο, με το κεφάλι χαμηλά, και αφήνει πίσω του τη μυρωδιά μιας δικαιοσύνης που ξέρει πολύ καλά ποιον έχει απέναντί της πριν ακόμη ανοίξει ο φάκελος. Ο νόμος έχει μάθει ν’ αναγνωρίζει τα παπούτσια, τη γειτονιά, τη φωνή, το δέρμα, το επώνυμο, το παλιό αυτοκίνητο, τη σιωπή μπροστά στον αστυνομικό, την άτσαλη φυγή, το βλέμμα που δεν μοιάζει αρκετά φοβισμένο.
Στο Άργος, τόσα χρόνια μετά, η βροχή έγινε άσφαλτος, φάροι, ασύρματοι, υπηρεσιακά όπλα, δεκατρείς κάλυκες. Ένας εικοσάχρονος έτρεξε μέσα στη νύχτα, η καταδίωξη πέρασε στα δελτία, οι ανακοινώσεις φόρεσαν τις λέξεις τους προσεκτικά, επικίνδυνη οδήγηση, μη συμμόρφωση, εμβολισμός, χρήση οπλισμού, βαλλιστική εξέταση, απολογία την Παρασκευή. Το σώμα του έμεινε έξω από τη σύνταξη των υπηρεσιακών ρημάτων, με θραύσματα στο κεφάλι, με γιατρούς από πάνω του, με συγγενείς στους διαδρόμους, με μια πόλη που έμαθε ξαφνικά να μετρά τις σφαίρες σαν ψιλά πάνω σε πάγκο παμπ του Μάντσεστερ.
Η νόμιμη βία αγαπά τη γραφειοκρατία. Θέλει πρωτόκολλο, ώρα, τόπο, υπογραφές, καθαρή διατύπωση, μια ακολουθία γεγονότων που να μοιάζει ψύχραιμη όσο το αίμα στεγνώνει. Θέλει και κοινό. Θέλει τους πρόθυμους θεατές που θα ψάξουν πρώτα το μητρώο, τη φυλή, τη γειτονιά, την προηγούμενη ζωή, κάτι αρκετό για να βάλουν απόσταση ανάμεσα στον εαυτό τους και στο σώμα. Να μην ήταν καλό παιδί. Να είχε μπλεξίματα. Να μην σταμάτησε. Να ήξερε. Να πρόσεχε. Μικρές φράσεις, βολικές σαν κέρματα, πέφτουν η μία πάνω στην άλλη ώσπου να σκεπάσουν τον ήχο της σφαίρας.
Κι εκεί, ανάμεσα στο παλιό Μάντσεστερ και στο σημερινό Άργος, μένει το ίδιο κρύο. Ο πατέρας του τραγουδιού με το χέρι στην τσέπη. Ο γιος που κοιτάζει και μαθαίνει πριν από την ώρα του. Ο εικοσάχρονος στην άσφαλτο. Οι κάλυκες μετρημένοι. Οι άνθρωποι που βαφτίζονται περιστατικά. Οι παρίες που γίνονται πρώτα φάκελοι, ύστερα είδηση, ύστερα σχόλιο κάτω από την είδηση. Και στο τέλος, όταν όλα τα χαρτιά διπλωθούν προσεκτικά, όταν οι λέξεις μπουν στη σειρά, όταν το κράτος φορέσει πάλι το αδιάβροχό του και φύγει μέσα στη βροχή, μένει στην τσέπη κάτι μικρό και βαρύ: δυο πένες, λίγη καπνόσκονη, δεκατρείς κάλυκες, και η άδεια μυρωδιά της δικαιοσύνης.

