Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 17.08.26 ]

Στο θερινό σινεμά της γειτονιάς παίζουν τις Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη και είμαι ο μοναδικός θεατής. Έχω όλη την αυλή δική μου, καμιά εξηνταριά καρέκλες γύρω μου, αγιόκλημα σκαρφαλωμένο στη μάντρα και το πανί μπροστά μου, ενώ πίσω από τις κλειστές γρίλιες των πολυκατοικιών ακούγεται ο σταθερός ρόγχος των κλιματιστικών, σαν βαριά αναπνοή της πόλης μέσα στη ζέστη. Από το κυλικείο μυρίζει ακόμη ψημένο ποπ κορν· το χάρτινο ποτήρι με την μπίρα έχει νοτίσει απέξω και κάθε τόσο το ακουμπώ στον λαιμό, περισσότερο για τη δροσιά παρά για τη γεύση. Στην καρέκλα δίπλα έχω αφήσει το κινητό κι ένα μικρό σημειωματάριο. Εδώ και μέρες γυρίζει στο μυαλό μου η τελευταία σελίδα ενός βιβλίου που σχεδόν ολοκλήρωσα και δεν βρίσκω ακόμη πού πρέπει να σταματήσει. Στο πανί, η Αθήνα τού 1991 αδειάζει για τον Αύγουστο και τρεις ιστορίες ακολουθούν μοναχικούς ανθρώπους που αναζητούν μια φωνή, μια παρουσία, κάποιον που να μείνει λίγο ακόμη· η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι απλώνεται στις έρημες λεωφόρους και στα δωμάτια με μια ήσυχη μελαγχολία που ταιριάζει σ’ αυτή την πόλη.

Κάπου στη μέση της προβολής ανάβει το κινητό. Το ανοίγω από συνήθεια και στην αυλή εισβάλλει αμέσως ένας άλλος Αύγουστος: γαλάζια νερά, δυο μαυρισμένα πόδια στην άκρη μιας ξαπλώστρας, ένα τραπέζι γεμάτο ψάρια και ποτήρια, μια παρέα που κάνει πρόποση το ηλιοβασίλεμα. Παρακάτω εμφανίζονται συντρίμμια, καμένα σπίτια, ένα φορείο, άνθρωποι που τρέχουν, κι έπειτα πάλι μια πισίνα, ένα παιδί που βουτά από σκάφος, ένα πιάτο στημένο με τόση επιμέλεια ώστε σχεδόν λυπάσαι να φαγωθεί. Εκεί όλα έχουν το ίδιο μέγεθος και διαδέχονται το ένα το άλλο με την ίδια κίνηση του αντίχειρα. Η μυρωδιά του καμένου, η αρμύρα της θάλασσας, το λίπος του ψαριού στα δάχτυλα, η δροσιά ενός ποτηριού στο χέρι μένουν εκτός του κάδρου. Για μια στιγμή αφήνω το κινητό και τότε μυρίζει πιο έντονα το αγιόκλημα, ίσως επειδή μόλις θυμήθηκα πως υπάρχει.

Η γειτνίαση αυτή με απασχολεί περισσότερο από τη χαρά των ανθρώπων. Πάντοτε θέλαμε να λέμε πως περάσαμε όμορφα, να δείχνουμε φωτογραφίες από ένα ταξίδι, να κρατάμε κάτι από ένα καλοκαιρινό βράδυ που τελείωσε· τώρα η αφήγηση αρχίζει ενώ η ζωή ακόμη συμβαίνει, το ποτήρι μετακινείται ελάχιστα προς το φως, τα πρόσωπα πλησιάζουν, το παιδί ξανακάνει τη βουτιά και κάπου εκεί η ματιά διχάζεται: βρισκόμαστε μέσα στο τοπίο και συγχρόνως το κοιτάζουμε σαν να έχει ήδη γίνει ανάρτηση. Το έχω κάνει κι εγώ αρκετές φορές, έχω ψάξει τη σωστή γωνία πριν δοκιμάσω το φαγητό, έχω δει μια θάλασσα πρώτα μέσα από την κάμερα, γι’ αυτό και κάπου εδώ σκέφτομαι πάλι τον τίτλο του βιβλίου που περιμένει το τέλος του: ίσως η Εποχή του air condition να μιλά ακριβώς γι’ αυτό, για μια ζωή σε ελεγχόμενη θερμοκρασία και απόσταση, αρκετά κοντά για να τη βλέπουμε, αρκετά τακτοποιημένη για να χωρά στην οθόνη.

Ξανακοιτάζω την ταινία. Ένας άνθρωπος περιμένει ένα τηλεφώνημα, ένας άλλος πλησιάζει διστακτικά κάποιον που πριν από λίγο ήταν ξένος, κι αυτή η ανάγκη για επαφή, μέσα σε μια Αθήνα χωρίς μηνύματα, stories και αδιάκοπες ειδοποιήσεις, μοιάζει ξαφνικά παλιά και σημερινή μαζί. Δίπλα μου η μπίρα έχει αρχίσει να ζεσταίνεται, στο βάθος του χάρτινου κουτιού έχουν απομείνει λίγα ποπ κορν, μερικά καμένα, κάθε φύσημα του αέρα φέρνει το αγιόκλημα και πίσω από τη μάντρα επιμένει ο ρόγχος των κλιματιστικών, ενώ η μουσική του Χατζιδάκι συνοδεύει τις τελευταίες σκηνές. Κοιτάζω τις κενές σειρές και σκέφτομαι: απόψε κανείς δεν ξέρει ότι βρίσκομαι εδώ, κανείς δεν έχει δει την μπίρα, την αυλή, τη μοναχική προβολή. Η βραδιά, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, ανήκει στην αυλή.

Το κινητό ανάβει ξανά στην καρέκλα. Το αφήνω να φωτίζει το σημειωματάριο και, πριν σβήσει μόνο του, γράφω στην τελευταία λευκή σελίδα δυο λέξεις, ίσως για το τέλος του βιβλίου. Κοιτάζω πάλι μπροστά. Στο πανί κυλούν οι τίτλοι, το αγιόκλημα μοσχοβολά και πίσω από τις μάντρες ανασαίνουν τα κλιματιστικά.