Σάντρο Πέννα: «Λίγος πυρετός»

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Κόσμος / 03.11.19 ]

Εδώ και μερικές μέρες είχε λίγο πυρετό. Για την ακρίβεια, ήταν βέβαιος ότι είχε φυματίωση. Ήξερε, μ’ άλλα λόγια, ότι θα πεθάνει. Όμως έπρεπε οπωσδήποτε να κόψει τα μαλλιά του και να ξυριστεί. Ναι, είχε κατασταλάξει πως αυτός που γνωρίζει ότι θα πεθάνει δεν μπορεί να ξεφύγει από εκείνα που κάνουν όλοι. Οι σκέψεις που φέρνει μια παρόμοια ψυχική κατάσταση είναι, βέβαια, διαφορετική από τον ένα στον άλλο, μα καταλήγεις τελικά να πας στο κουρείο. Ενεργείς με τη νωθρή εκείνη απελπισία που παραμονεύει στο βάθος, αλλά το πιο θλιβερό απ’ όλα είναι που ξέρεις καλά πως δεν έχεις άλλη επιλογή από τα καθιερωμένα.

        Έτσι μπήκε στο κουρείο. Μαλλιά και ξύρισμα. Δεν έχει νόημα τώρα πια να κάνεις οικονομία μια λιρέτα και να ξυριστείς μόνος σου. Εξάλλου, ένιωθε κιόλας ευχαρίστηση στη σκέψη πως θα καθόταν για πολύ εκεί (πράγμα που του φαινόταν σωστό μαρτύριο όταν ήταν καλά).

        Ο νεαρός που είχε αρχίσει να κάνει κόλπα με το ψαλίδι πάνω απ’ το κεφάλι του ήταν ένας τύπος αρκετά λαϊκός. Ροδαλός σχεδόν κόκκινος, πλατύ πρόσωπο σχεδόν στρογγυλό, γεμάτος σχεδόν παχύς. Ωραίος ακόμη γιατί ήταν νέος. Εξάλλου το αφεντικό του ήταν πολύ χειρότερο. Τον βρόμιζε μια ασπρόμαυρη γενειάδα, μύριζε πούρο και ιδρώτα κι ίσως τα χέρια του –χέρια που θα του χάιδευαν το πρόσωπο- να ήταν υγρά και κρύα. Ωστόσο σ’ αυτόν πλήρωνες, σ’ αυτόν υπάκουε ο νεαρός.

        Στο σημείο αυτό των παρατηρήσεων του, ο άρρωστος είδε να μπαίνει στο μαγαζί, σβέλτο μα σιωπηλό κι ανέμελο, ένα αγοράκι δώδεκα ή δεκατριών χρονών. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Έτσι, αμέσως μόλις μπήκε, βρήκε την ευκαιρία να πάει να στηριχτεί ορθό στον τοίχο και να κοιτάξει προς τα πάνω. Ο άρρωστος αμέσως ένιωσε πως ευχαρίστως θα έμενε εκεί για πολύ ώρα. Σ’ αυτόν που τον περίμενε ο θάνατος επιτρεπόταν να δωρίσει την προσοχή του σ’ ένα αγοράκι. Το αγόρι έμοιαζε να αιωρείται μέσα σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα μυρωδικών, αδιάφορο ή ανάλαφρο, με τα πράσινα μάτια του να μην κοιτάζουν «στην πραγματικότητα» να πέφτουν χάμω τα μαλλιά του άρρωστου.

        Το κοντό παντελόνι του δεν είχε ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Το κρατούσε στη μέση δεμένο ίσως μ’ ένα σπάγκο. Κουμπιά φυσικά δεν υπήρχαν πια. Φορούσε ένα πουκαμισάκι ή μπλουζάκι που θα ‘ταν κάποτε άσπρο. Με μια λέξη: ένα μικρό αλητάκι όπως τόσα άλλα. Μα ο άρρωστος ένιωθε να μαγεύεται απ’ την αβέβαιη έκφραση εκείνου του παιδιού. Ακόμη και το στόμα δεν έμοιαζε ούτε κλειστό, ούτε ανοιχτό. Κάθε τόσο η μαγεία διαλυόταν απότομα από ένα πρόσταγμα του αφεντικού: «Πάρε τη σκούπα», «Άναψε το γκάζι», «Μικρέ, τη βούρτσα». Κι αυτό υπάκουε σαν άγγελος αιχμάλωτος στα χέρια εμπόρων. Χωρίς περηφάνια, χωρίς οργή, χωρίς να ταπεινώνεται, με μια απλότητα υποταγής κι αμέσως μετά ξανάπαιρνε κείνη τη στάση που αιφνιδίαζε τον άρρωστο με το μυστήριό της. Δεν χαμογέλαγε ποτέ και, το πρόσωπό του, ήταν βυθισμένο σε μια ροή ατάραχης γλυκύτητας. Ίσως σκεφτόταν τους συντρόφους του, την ακροποταμιά, τις βουτιές δίχως τέλος στο νερό και τον ζεστό ήλιο που τους περίμενε μετά. Η σκέψη του θα πήγαινε ύστερα στη φτωχή μάνα του, στον πεθαμένο πατέρα του, και στην ανάγκη να βγάζει πέντε λιρέτες μεροκάματο. Αυτά δεν του προξενούσαν πόνο ή απέχθεια. Δεν το άγγιζαν, του ήταν ξένα. Δεν ήταν το ίδιο οι σύντροφοι, οι βουτιές στο ποτάμι. Αυτό ήταν κάτι δικό του, κάτι ιδιαίτερο, μια γλύκα μέσα του.   

        Σε μια στιγμή το παιδί δέχτηκε μια σύντομη μα τραχιά επίπληξη. Ο άρρωστος δεν κατάλαβε γιατί. Θα ‘δινε ακόμη κι ένα φιλοδώρημα για να το μάθει, δύο για ν’ απαλλάξει το παιδί απ’ την κατσάδα. Το αγόρι έκανε αμέσως κάτι για να διορθώσει τα πράγματα, κινήθηκε, έτρεξε γρήγορα, ανάλαφρο, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, έφερε κάτι στ’ αφεντικό και η ειρήνη αποκαταστάθηκε. Το παιδί ακούμπησε στον τοίχο και τα πράσινα μάτια του δεν είχαν χάσει τη λάμψη τους, το μικρό απαλό στόμα δεν ήξερες –έτσι όπως είχε σουφρώσει- αν άνοιγε ή έκλεινε, τα μάγουλα στρέφανε πάντοτε γλυκά προς τον εύθραυστο και περήφανο λαιμό.

Τι νόημα είχαν γι’ αυτό τα βλέμματα του φτωχού άρρωστου; Ω! το είχε βέβαια αντιληφθεί απ’ την αρχή, αλλά θα ‘ταν αδύνατο να μάθει πως τα ‘χε δεχτεί. Ποιος ξέρει αν το παιδί ήταν ικανό να ‘χει κοινωνικές αντιδράσεις. Να κοκκινίσει, δηλαδή να δείξει ντροπή. Να κοιτάξει πάλι τον πελάτη με αρρενωπή ειρωνεία, δηλαδή ν’ αμυνθεί. Όχι όμως, δεν ήταν δυνατό να βρίσκεται εκεί, ανάμεσά τους. Ίσως ανάμεσα στους συντρόφους του στην ακροποταμιά να έδειχνε τι αξίζει. Στο φυσικό του στοιχείο, ίσως. Μα ίσως κι αυτό να μην ήταν παρά κάτι κοινό και κτηνώδες. Πιο ωραία αυτή η αμηχανία στο κουρείο.

        Όταν ήρθε η στιγμή να φύγει, ο άρρωστος υποχρεώθηκε να περιμένει πολλή ώρα για τα ρέστα –μισή λιρέτα- που δεν κατάφερνε να βρει τ’ αφεντικό. Ο τελευταίος, δανείστηκε από το αγόρι που, μόλις έδωσε τα χρήματα, τα είδε να επιστρέφουν αμέσως στην παλάμη του. Μια τέτοια επιστροφή το ξάφνιασε τελικά και, τελικά, ο άρρωστος δέχτηκε το πρώτο ερωτηματικό βλέμμα. Ένα βλέμμα φωτεινό και ήρεμο, σαν από μακριά, δίχως ίχνος «ευχαριστώ» ή δουλικότητας, ένα βλέμμα που κατάληξε να οδηγήσει μαλακά σ’ ένα ναυάγιο κάθε ψυχολογική απόπειρα του αρρώστου.

        Μα το ίδιο εκείνο βράδυ ο πυρετός έπεσε ως δια μαγείας. Γέλασε με τους φόβους του, που είχαν πάρει ξαφνικά τέτοιες διαστάσεις. Ένιωσε πως ήταν ανόητος και πόσο μάλλον που, υποκύπτοντας σ’ αυτούς τους φόβους, είχε αφήσει να φανεί όλη του η αγωνία. Μα ξαναπερνώντας την άλλη μέρα μπροστά απ’ το κουρείο, και ξαναβλέποντας εκείνο το ασήμαντο αγοράκι, βρόμικο και απλοϊκό, κατάλαβε πως ο πυρετός χρησιμεύει κι αυτός, κάποτε, για να φτάσει κανείς στην ποίηση.  

 (Μετάφραση: Φοίβος Γκικόπουλος)

  Ο Σάντρο Πέννα, ένας από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα, γεννήθηκε στην Περούτζια το 1906 και πέθανε στη Ρώμη το 1977. Γόνος αστικής οικογένειας (ο πατέρας του χρεοκοπημένος έμπορος, η μητέρα του αριστοκρατικής καταγωγής) πέρασε άνετα παιδικά και εφηβικά χρόνια –μια άνεση που θα του λείψει αργότερα  (σ’ αυτό θα συμβάλει όχι λίγο και ο δύσκολος χαρακτήρας του). Το 1929 εγκαθίσταται με τη  μητέρα του στη Ρώμη («πόλη ερωμένη» για τον ποιητή, όπως η Περούτζια υπήρξε η «πόλη μητέρα») όπου θα ζήσει μέχρι το θάνατό του, ασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Το 1932 εκδίδει τα πρώτα του ποιήματα, που τα παρουσιάζει ο μεγάλος Τριεστίνος ποιητής Ουμπέρτο Σάμπα, στον οποίο ο Πέννα έστειλε τα χειρόγραφά του χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Πρώτη συλλογή το 1932 («Ποιήματα»). Το περιορισμένο σε έκταση έργο του θα συμπληρώσουν οι συλλογές «Σημειώσεις» (1950), «Μια περίεργη χαρά για τη ζωή» (1957), «Μαρτύριο και απόλαυση» (1958), «Παραξενιές» (1976). Τα μόνα πεζά κείμενα που έγραψε ο Πέννα δημοσιεύονται, συγκεντρωμένα σ’ έναν μικρό τόμο το 1971, με τίτλο «Λίγος πυρετός».

 (Από «Ποιήματα»)

 Η θάλασσα καταγάλανη.

Η θάλασσα όλη ατάραχη.

Μες στην καρδιά μου κάτι σαν ουρλιαχτό

χαράς. Παντού γαλήνη.

 

              [Εσωτερικό]

 Στου θυρωρού δεν ήτανε κανείς.

Μόνο το φως πάνω στα ξέστρωτα φτωχά

κρεβάτια. Και πάνω στα σανίδια

ένα χαμίνι κοιμόταν

ευμορφότατο.

                   Από τα μπράτσα του στη σκιά,

διστακτικό, ξετρύπωσε ένα γατάκι.

 

 (Από «Μια περίεργη χαρά για τη ζωή»)

 Η ζωή… το να θυμάσαι ένα ξύπνημα

θλιβερό στο τρένο την αυγή. Έβλεπες

απ’ όξω το αβέβαιο φως. Αιστάνθηκες

τη στυφή και παρθενική μελαγχολία

του τσουχτερού αγέρα στο τσακισμένο σώμα.

 

Μα να θυμάσαι την αιφνίδια

αποδέσμευση ειν’ πιο γλυκό. Κοντά μου

ένας ναύτης όλο νιάτα. Το θαλασσί

και τ’ άσπρο της στολής του, κι όξω

μια θάλασσα που πάλλει από φρεσκάδα.

 

(Από «Σημειώσεις»)

 Ευτυχής αυτός που διαφέρει

όντας διαφορετικός.

Μα αλίμονο σ’ αυτόν που διαφέρει

όντας κοινός

 (Μετάφραση: Φ. Γκ.)