Πόλεμος μεταξύ μεγα-ολιγαρχών της ΤΝ και ψηφιακών ανταρτών

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 27.06.26 ]

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κολοσσών της Τεχνητής Νοημοσύνης και η δημιουργία νέων προηγμένων μοντέλων δημιουργούν τεράστια προβλήματα ασφάλειας, καθώς αναγνωρίζουν τα ευάλωτα σημεία των συστημάτων και διευκολύνουν το “χακάρισμα. Φανταστείτε το χάος που μπορεί να προκληθεί στις τράπεζες, στις συγκοινωνίες, στις τηλεπικοινωνίες, στα αμυντικά συστήματα, αν κάποιοι χάκερς το επιδώξουν. Από την μια πλευρά είναι ο φόβος ότι τα νέα μοντέλα θα πέσουν στα χέρια αντισυστημικών χάκερς (ή νέων ψηφιακών ανταρτών), κι από την άλλη η Κίνα να εξελιχθεί περισσότερο στον τομέα αυτό και να ξεπεράσει την Σίλικον Βάλεϊ. Γι’ αυτό η κυβέρνηση Τραμπ που αρχικά απαγόρευσε για τους παραπάνω φόβους την κυκλοφορία του μοντέλου Mythos της Anthropic, τώρα παρέχει άδεια στο μοντέλο για μια περιορισμένη ομάδα αμερικανικών εταιρειών, όπως γράφει η Le Monde.  

Το ίδιο κάνει επίσης και για το νεότερο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης της OpenAI, το GPT-5.6, που θα είναι διαθέσιμο μόνο σε μια μικρή ομάδα αμερικανικών εταιρειών και οργανισμών που έχουν εγκριθεί από την κυβέρνηση Τραμπ, σημειώνει το Politico 

Η αντιμετώπιση αυτή έρχεται ως εφαρμογή του εκτελεστικού διατάγματος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη διαχείριση της κυκλοφορίας των ισχυρών νέων μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης με προηγμένες δυνατότητες hacking. Η εντολή προκλήθηκε από το πιο προηγμένο μοντέλο της Anthropic, το Claude Mythos, το οποίο διατέθηκε μόνο σε μια επιλεγμένη ομάδα εγκεκριμμένων από τον Λευκό Οίκο ερευνητών και εταιρειών κυβερνοασφάλειας, καθώς η εταιρεία προειδοποίησε ότι το μοντέλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την έναρξη σημαντικών κυβερνοεπιθέσεων εάν έπεφτε σε λάθος χέρια. Η OpenAI έχει επίσης κυκλοφορήσει το νέο μοντέλο της, το GPT-5.5-Cyber, σε έναν μικρό αριθμό εταιρειών και οργανισμών. 

Ωστόσο, το εκτελεστικό διάταγμα Τραμπ, που αποσκοπεί στη δημιουργία μιας διαδικασίας για την αξιολόγηση των πιο προηγμένων μοντέλων, βρίσκεται ακόμη στα αρχικά του στάδια και δεν έχει ακόμη θεσπίσει σαφείς κανόνες για τις εταιρείες, καθώς συνεχίζουν να εξελίσσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη, ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους αλλά και με αντίπαλες χώρες όπως η Κίνα. 

Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει ένα ασαφές και συγκεχυμένο κανονιστικό πλαίσιο για τις εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ- η οποία προηγουμένως είχε δεσμευτεί να δώσει προτεραιότητα στην καινοτομία έναντι της ρύθμισης - αντιμετωπίζει τώρα τους πιθανούς κινδύνους που θέτει η ταχέως αναπτυσσόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη. Έτσι παρέχει μια περίοδο ελέγχου που έχει ως στόχο να δώσει στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες χρόνο να αξιολογήσουν ποιες απειλές ενδέχεται να θέτουν τα μοντέλα αυτά σε ευαίσθητα οικονομικά συστήματα, συστήματα εθνικής ασφάλειας και άλλα κρίσιμα συστήματα. 

Οι ξένοι εταίροι, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας στην Ευρώπη και την Ασία, παραμένουν αποκλεισμένοι σε αυτό το στάδιο από τα νέα μοντέλα ΤΝ. Οι ΗΠΑ θέλουν να ελέγξουν το πεδίο απόλυτα και παράλληλα να έχουν εξαρτημένους τους “πελάτες” τους σε Ευρώπη και Ασία. Οι παρατηρητές όμως βλέπουν τον έλεγχο αυτό της κυβέρνησης των ΗΠΑ ως μια εξέλιξη που θα μπορούσε να ευνοήσει άλλα μοντέλα όπως το κινεζικό DeepSeek, καθιστώντας τα πιο ελκυστικά για τους πελάτες που επιθυμούν να αποφύγουν την εξάρτηση και τα μπλοκαρίσματα από τις αμερικανικές εταιρείες.  

Σ’ αυτό το πεδίο του αδυσώπητου ανταγωνισμού νέες συνθήκες διαμορφώνονται τόσο στην εσωτερική αντιπαράθεση μεταξύ των μεγα-ολιγαρχών, μεταξύ των χωρών όσο και στον "πόλεμο" μεταξύ μεγα-ολιγαρχών και ψηφιακών ανταρτών... 

Πηγές Politico, Le Monde