Ο δομικός εγωισμός και η Αριστερά

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 22.01.26 ]

 Γιατί ψηφίζουμε «ναρκισσιστές» όπως ο Τραμπ; Γιατί υπάρχει μια προτίμηση στην ακροδεξιά αντί για την αριστερά; Πολλοί θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στην «ναρκισσιστικοποίηση της κοινωνίας» λόγω της υποχώρησης του λόγου της αριστεράς και των συνδικάτων και της απαξίωσης της συλλογικότητας. Η εξήγηση αυτή αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ιδεολογία και τη διάδοσή της μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών. Γι’ αυτό εδώ μιλάμε περισσότερο για τον «ατομικισμό» που είναι μια ατομική επιλογή, ενώ σήμερα μιλάμε για τον «δομικό εγωισμό» που δεν είναι επιλογή, αλλά καταναγκασμός.

Ο κοινωνιολόγος Camille Peugny στο βιβλίο του "Le triomphe des égoïsmes: Une nouvelle contrainte sociale" (Ο θρίαμβος των εγωισμών: ένας νέος κοινωνικός καταναγκασμός), που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2026, υποστηρίζει ότι ο εγωισμός έχει μετατραπεί από ατομικό και ψυχολογικό χαρακτηριστικό σε μια γενικευμένη κοινωνική λογική και αναγκαιότητα. Με άλλα λόγια θεωρεί ότι ο εγωισμός έχει καταστεί σήμερα δομικός (égoïsme structurel) γιατί διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της παραγωγής της υλικής ζωής των ανθρώπων και τις συνακόλουθες κοινωνικές σχέσεις τους, είναι δηλαδή ενσωματωμένος στη δομή της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η παρακμή του κράτους πρόνοιας τις τελευταίες δεκαετίες από τους νεοφιλελεύθερους οδήγησε σε μια κοινωνία που βασίζεται στον ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει επιβάλει, στο όνομα της ατομικής αξίας και ευθύνης, μια δυναμική γενικευμένου ανταγωνισμού, αναφέρει ο Peugny.

Τα άτομα αναγκάζονται να βασίζονται αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις για την επιβίωσή τους. Οι ανώτερες μεσαίες τάξεις (cadres, πτυχιούχοι) πρωτοστατούν σε αυτή την τάση. Ενώ αναγνωρίζουν τις ανισότητες, υιοθετούν όλο και περισσότερο την αρχή της ατομικής ευθύνης, προστατεύοντας τα δικά τους προνόμια (π.χ. στην εκπαίδευση και την κατοικία).  Ο ανταγωνισμός τους ξεκινά από το σχολείο, που τροφοδοτεί μια «στροφή προς τα δεξιά».

Στις λαϊκές τάξεις, η επισφάλεια στην εργασία, το πρεκαριάτο και ο θεσμός των αυτό-απασχολούμενων διαλύει τις συλλογικές δομές και αναγκάζει τους ανθρώπους σε μια μορφή «ατομικής ασφάλισης» απέναντι στην αβεβαιότητα. 

Κάποτε οι αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας που υπήρχαν στην εργατική τάξη, κέρδιζαν και πολλά μέλη των ανώτερων ομάδων της μεσαίας τάξης, τώρα συμβαίνει το αντίστροφο, καθώς έχουμε μια ιδεολογική μετατόπιση της εργατικής τάξης προς τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό, την κουλτούρα δηλαδή τον «από πάνω» τάξεων. Αυτό οφείλεται στο ότι οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι να γίνουν «αυτοαπασχολούμενοι αρχιτέκτονες της δικής τους επισφάλειας». Αυτό εξηγεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αριστερά, σημειώνει ο Peugny. Σε αυτή τη νέα ηθική οικονομία, «οι πολιτικοί λόγοι που δομούνται γύρω από την υπεράσπιση των συλλογικών αξιών, της αλληλεγγύης, των δημόσιων υπηρεσιών ή του κοινού καλού» δεν έχουν μεγάλη επιρροή.

Η υποχώρηση του κράτους πρόνοιας δημιουργεί μια τεράστια ανασφάλεια στους επισφαλώς εργαζόμενους και τους χαμηλοσυνταξιούχους απέναντι στους κύριους κοινωνικούς κινδύνους όπως είναι η ασθένεια, η ανεργία, το γήρας. Ο φόβος των «από κάτω» απέναντι στους κινδύνους αυτούς τους καθιστά ομήρους-πελάτες των κομμάτων εξουσίας, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα.

Η Αριστερά

Η απάντηση της Αριστεράς περνάει μέσα από την αναδημιουργία συλλογικών δομών αλληλέγγυας πολιτικής δράσης και πολιτισμού, μέσα από οργανώσεις νέων, μέσα από συνδικάτα που δεν περιορίζονται στην αναπαραγωγή της εξουσίας καρεκλοκένταυρων, μέσα από υγιείς παραδοσιακές συλλογικότητες, όπως όριζε το “υγιές” η Σιμόν Βέιλ…

Η απάντηση είναι ο αγώνας για «αξιοπρέπεια». Μια έννοια που γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ του ατόμου και του συλλογικού. Γιατί αξιοπρέπεια σημαίνει να μπορεί κάποιος ή κάποια να βιώνει τη σεξουαλικότητά του/της όπως θεωρεί σωστό, αλλά και να αμείβεται με έναν αξιοπρεπή μισθό για την εργασία του/της. Αυτά τα διαφορετικά αιτήματα θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν σ' ένα ευρύτερο διεκδικητικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνει τόσο την αξιοπρέπεια όσο και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. 

Η απάντηση βρίσκεται τέλος στον αγώνα για μια νέα σύνθεση: στη συμφιλίωση του ατόμου με την κοινότητα. Όχι με τον εκτοπισμό του ορθού λόγου. Όχι με την αφηρημένη κυριαρχία μιας συλλογικότητας που θα λειτουργεί σαν στρατιωτική μηχανή (όπως αυτή του Ισραήλ), αλλά με την ανθρωπιά που θα ανθίζει στην ενδιάμεση εκείνη ζώνη όπου λαμβάνει χώρα ο έρωτας, η φιλία, η κατανόηση, η συμπόνια, η αγάπη, ο αγώνας για αξιοπρέπεια. Μόνο η παραδοχή αυτής της αρχής θα μας επιτρέψει να θεμελιώσουμε αυθεντικές κοινότητες, αντί για «στρατιωτικές μηχανές»…

*Φωτογραφία αρχείου: Μοτοπορεία ντελιβεράδων