Λεωφορείο ο κόσμος
[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 24.06.26 ]
[ή με τον τρόπο του Μάριου Χάκκα]
Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησε να μου φαίνεται παράξενο το να μπαίνω σε λεωφορείο χωρίς να χρησιμοποιώ τα πόδια μου. Ίσως εκείνο το πρωί που το πλήθος με σήκωσε από το πεζοδρόμιο και με πέρασε από την πόρτα, με την προσοχή που μεταφέρεις μια κούτα με παλιά βιβλία, από τον φόβο μήπως ανοίξει και χυθούν όλα κάτω. Στην αρχή αντιστεκόμουν. Έψαχνα πάτωμα, χειρολαβή, δικαίωμα στην κατεύθυνση. Τώρα πια αφήνομαι. Στις δημόσιες συγκοινωνίες η προσωπική βούληση μπαίνει στην ίδια κατηγορία με τη θέση στο παράθυρο, το κλιματιστικό που λειτουργεί και τον υπουργό που έχει μπει έστω μια φορά σε λεωφορείο χωρίς κάμερες.
Εκείνο το πρωί είχα σφηνωθεί ανάμεσα σε μια κυρία με τρεις σακούλες λαϊκής, που είχε αποφασίσει σιωπηλά ότι ο αριστερός μου μηρός ανήκε στη γεωργική της παραγωγή, και σε έναν νεαρό που κοιμόταν όρθιος στον ώμο μου. Δεν τον γνώριζα, δεν με γνώριζε. Σε μισή ώρα όμως η ανάσα του είχε μπει στο πρόγραμμά μου και το κεφάλι του είχε πάρει θέση στην οικογενειακή μου ζωή. Πολλοί γάμοι άντεξαν με λιγότερη οικειότητα. Το λεωφορείο προχωρούσε με αξιοπρέπεια γέρικου γαϊδάρου που ξέρει πως, όσο κι αν τον βρίζουν, πάλι αυτόν θα καβαλήσουν. Σταματούσε σε φανάρια, σε διαβάσεις, σε λακκούβες, σε αναμνήσεις. Αν μπορούσε, θα σταματούσε και για να σκεφτεί τα παιδικά του χρόνια στο αμαξοστάσιο.
Κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Η διαμαρτυρία θέλει πνευμόνια. Κι εμείς τα είχαμε παραχωρήσει προσωρινά στον πλησίον. Μπροστά μου ένας συνταξιούχος διάβαζε εφημερίδα διπλωμένη σε μέγεθος χαρτοσήμου, μετακινώντας μόνο τα μάτια, γιατί οι αγκώνες του είχαν εθνικοποιηθεί. Μια κοπέλα έβαφε τα νύχια της με τη σοβαρότητα χειρουργού. Ένας μαθητής έλυνε άσκηση φυσικής στην πλάτη ενός κυρίου που δεν είχε δώσει συγκατάθεση, αλλά στήριζε την παιδεία με τον τρόπο του. Η καθημερινή ζωή συνέχιζε. Πατούσε πόδια, ζητούσε συγγνώμη και παρέμενε στη θέση της.
Τότε από ένα κινητό ακούστηκε η φωνή πολιτικού. Δεν ξέρω ποιος ήταν. Στα λεωφορεία οι φωνές αποκτούν όλες το ίδιο πρόσωπο: λίγο σπρέι στα μαλλιά, λίγο χαμόγελο από προεκλογικό φυλλάδιο και άφθονο μέλλον σε προσφορά. «Δεσμευόμαστε για δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες για όλους τους πολίτες». Κανείς δεν γέλασε. Παλιά θα έβγαινε έστω μισό γέλιο, από εκείνα που χτυπούν στα δόντια και δεν φτάνουν στο στόμα. Τώρα η υπόσχεση πέρασε πάνω από τα κεφάλια μας σαν ανακοίνωση καιρού. Εμείς πάντως στάζαμε ήδη.
«Θα ενισχύσουμε τον στόλο των οχημάτων». Η κυρία της λαϊκής κούνησε καταφατικά το κεφάλι και μια ντομάτα κύλησε από τη σακούλα της ώς το παπούτσι μου. «Μπράβο», είπε. Το είπε καθαρά, με πίστη. Το είπε όπως λένε «δόξα τω Θεώ» στην αίθουσα εφημερεύοντος νοσοκομείου, κρατώντας χαρτί με αριθμό 187 ενώ στο ταμπλό αναβοσβήνει το 23. Γύρω μας μερικοί έγνεψαν. Οι άνθρωποι, άμα τους στριμώξεις αρκετά, βρίσκουν θέση να χωρέσουν και λίγη ελπίδα. Τόση όση χωράει ανάμεσα σε δύο στάσεις.
Η φωνή συνέχισε: «Στόχος μας είναι η ανθρώπινη μετακίνηση». Κοίταξα προς τη μεριά όπου θυμόμουν πως είχα αφήσει το χέρι μου. Δεν το έβλεπα. Κάπου κάτω από δύο μασχάλες, μια σχολική τσάντα και το παλτό ενός ανθρώπου που μύριζε έντιμη κούραση, υπήρχε ακόμη η ιδιοκτησία μου. Κούνησα λίγο τα δάχτυλα. Από μακριά ακούστηκε ένα «άου». Ζούσε. Άρα ήταν δικό μου. «Με σεβασμό στην προσωπικότητα του πολίτη», είπε η φωνή. Ένας επιβάτης είχε το μάγουλο κολλημένο στο τζάμι και έβλεπε την πόλη ανάποδα, σαν τουριστικό αξιοθέατο για αιχμαλώτους. Ένας άλλος φορούσε στο πρόσωπό του το αποτύπωμα ξένου αγκώνα. Μια κυρία είχε χάσει τα γυαλιά της στο Περιστέρι και τα ξαναβρήκε στο Αιγάλεω, φορεμένα ανάποδα σε έναν κύριο που δεν ήξερε γιατί έβλεπε καλύτερα.
Όλοι ακούγαμε με προσοχή. Ναυαγοί σε επιμορφωτικό σεμινάριο για τη σημασία της κολύμβησης. Κάποια στιγμή ένας ηλικιωμένος λιποθύμησε. Το καταλάβαμε επειδή άρχισε να ροχαλίζει με ρυθμό πιο κανονικό από του κινητήρα. Κατά τα άλλα έμεινε όρθιος. Το πλήθος τον κράτησε στη θέση του με αξιοθαύμαστη κοινωνική συνοχή και πίεση που θα ζήλευε υδραυλικό μηχάνημα. Ένας νεαρός, από εκείνα τα παιδιά που έχουν ακόμα μέσα τους κάτι από πρόσκοπο, του παραχώρησε ευγενικά τρία εκατοστά για να συνεχίσει την απουσία του με άνεση.
«Οραματιζόμαστε ένα μέλλον όπου ο πολίτης θα έρχεται πιο κοντά στον συνάνθρωπό του». Εκεί έγινε το θαύμα. Χειροκρότησαν. Οι παλάμες βρίσκονταν σε διαφορετικές συνοικίες του σώματος, οπότε επιστρατεύτηκαν αγκώνες, τσάντες, κέρματα, η μεταλλική χειρολαβή που χτυπούσε στο κεφάλι ενός κοντού κυρίου. Η κυρία της λαϊκής είπε πάλι «μπράβο» και η ντομάτα στο παπούτσι μου έσκασε σαν να υπέγραφε πρακτικά.
Ο πολιτικός συνέχισε με σχέδια, στόχους, πλατφόρμες, αναβαθμίσεις και άλλες λέξεις που πλένονται εύκολα. Το λεωφορείο, μέσα σ’ εκείνον τον αργό του κλυδωνισμό, απέκτησε μια τάξη ολοδική του. Ο ώμος μου είχε περάσει στον ύπνο του νεαρού, ο μηρός μου στην κυρία με τα κολοκυθάκια, το πόδι μου στη λιωμένη ντομάτα, η ανάσα μου στον κύριο μπροστά. Κανείς δεν είχε κάτι ολόκληρο. Ούτε διαδρομή ούτε σώμα ούτε θυμό. Όλα κυκλοφορούσαν μοιρασμένα, μ’ εκείνη τη δικαιοσύνη που επινοούν τα πράγματα όταν οι άνθρωποι παύουν να τη διεκδικούν.
Όταν έφτασε η στάση μου, με εξήγαγαν. Τέσσερις επιβάτες, δυο σπρωξίματα και μια μικρή αλυσίδα διάσωσης με πέρασαν από πόρτα σε πεζοδρόμιο. Για λίγο έμεινα εκεί λαχανιασμένος, με το ένα μανίκι στραβό και την αξιοπρέπειά μου σε κατάσταση μεταχειρισμένου εισιτηρίου. Το λεωφορείο απομακρύνθηκε αργά, βαρύ, γεμάτο, περήφανο σχεδόν. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ακόμη η φωνή: «Χτίζουμε τις συγκοινωνίες του αύριο».
Τους κοίταξα να φεύγουν. Πρόσωπα κολλημένα σε τζάμια, χέρια χωρίς ιδιοκτήτες, σακούλες, τσάντες, ώμοι, παλτά, αναπνοές. Ένα σώμα με πολλά κεφάλια, που πήγαινε στη δουλειά, στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στην ανεργία, στο καφέ, όπου τέλος πάντων πάει κανείς όταν δεν έχει πια πού να σταθεί. Στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο παπούτσι μου, είχε μείνει λίγη ντομάτα. Κόκκινη, πολτοποιημένη, εντελώς δωρεάν.
Το αύριο, σκέφτηκα, δεν χρειάζεται εγκαίνια. Ανοίγει η πόρτα, μπαίνεις μέσα, σε σπρώχνουν λίγο ακόμη κι ύστερα, με τη βοήθεια του πλήθους, μαθαίνεις να χωράς.

