Ουμπέρτο Έκο: Σε τι χρησιμεύει η λογοτεχνία;

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 05.01.21 ]

«Τα τρία μυθιστορήματά μου γεννήθηκαν όλα από μια σπερματική ιδέα που ήταν σχεδόν μια εικόνα: αυτή με συνεπήρε και μου προκάλεσε την επιθυμία να προχωρήσω. ‘’Το όνομα του ρόδου’’ γεννήθηκε όταν ταράχτηκα από την εικόνα ενός δολοφονημένου μοναχού σε μια βιβλιοθήκη.  (...) Με το ‘’Εκκρεμές του Φουκώ’’... ήταν η εικόνα του Εκκρεμούς ... στο Παρίσι... Η δεύτερη εικόνα που με είχε εντυπωσιάσει ήταν η εικόνα του εαυτού μου να παίζει τρομπέτα σε μια κηδεία ανταρτών. Μια αληθινή ιστορία, την οποία ποτέ δεν σταμάτησα να αφηγούμαι. Όχι συχνά, αλλά πάντα σε ιδιαίτερα τρυφερές καταστάσεις: αργά το βράδυ, μπροστά στο τελευταίο ουίσκι στο μισοσκόταδο ενός φιλόξενου μπαρ, στη διάρκεια ενός περιπάτου στην όχθη γαλήνιων νερών, όταν ένιωθα ότι μια γυναίκα μπροστά μου η δίπλα μου, δεν περίμενε άλλο από μια ωραία αφήγηση για να πει ‘’τι όμορφα’’ και να με πιάσει από το χέρι». Αυτή είναι η απάντηση του αξέχαστου Ουμπέρτο Έκο στις ερωτήσεις: Πώς γράφει ένας συγγραφέας, πώς εμπνέεται, γιατί γράφει, σε ποιόν απευθύνεται; 

Γενικά για τη δημιουργία ενός μυθιστορήματος δεν υπάρχει ένας τρόπος ή μία συνταγή. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ότι όποιος ισχυρίζεται ότι γράφει μόνο για τον εαυτό του είναι ανέντιμος, ψεύτης, ναρκισσιστής και «αποτρόπαια άθεος». Κανείς δεν γράφει μόνο για τον εαυτό του. Γράφουμε  για να πούμε κάτι σε κάποιον. Για τον Έκο, το ειλικρινές του κίνητρο ήταν η Γυναίκα, ως μαγική αρχή της ζωής, ή ως ένα απλό φλερτ, ή ακόμη ως ένας καθρέφτης ο οποίος θα μπορέσει να τον "δει", να τον καθρεφτίσει.

Στα δεκαέξι του χρόνια ο Έκο ήταν ποιητής, γι’ αυτό και συνέδεσε τον έρωτά του για την ποίηση με την εφηβική ακμή! Μέχρι τα σαράντα-έξι του χρόνια θεωρούσε τους ποιητές «δέσμιους του ψεύδους τους, μιμητές μιμήσεων, ανίκανους να φθάσουν σ’ εκείνο το όραμα της υπερουράνιας ιδέας» ενός φιλοσόφου όπως ήταν ο ίδιος. Αλλά, εντέλει, ενέδωσε στην ποίηση, δηλαδή την επινόηση κόσμων. «Το ωραίο, η χαρά είναι να ζεις για έξι, εφτά, οχτώ χρόνια (επ’ άπειρον πιθανόν) σ’ έναν κόσμο που κατασκευάζεις λίγο λίγο, έναν κόσμο που γίνεται δικός σου», γράφει, περιγράφοντας τη μέγιστη απόλαυση της συγγραφής. Μια απόλαυση που μοιάζει ίσως με ένα ταξίδι, ή με τη χαρά του (Δ)δημιουργού, αυτού που εξουσιάζει έναν κόσμο, τον οποίο έχει επινοήσει και κατασκευάσει ο ίδιος, περίπου όπως ο Θεός!

Στο κείμενο του Έκο που τιτλοφορείται «Σχετικά με ορισμένες λειτουργίες της λογοτεχνίας», καταδεικνύεται η βαρύτητα των «άυλων δυνάμεων», δηλαδή των ιδεών, των πνευματικών αξιών και, συνεπώς, της λογοτεχνίας με την αναφορά στο ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο κάποτε ο Στάλιν ζήτησε να μάθει πόσες μεραρχίες έχει ο Πάπας!

Σε τι, όμως, χρησιμεύει η λογοτεχνία; Εάν η λειτουργία της είναι gratia sui, περιορίζεται δηλαδή στον εαυτό της και στη λεγόμενη «απόλαυση του κειμένου», τότε η λογοτεχνία  δεν είναι παρά ένα είδος «τζόκινγκ» έγραφε ο Έκο. Η λογοτεχνία έχει μια σειρά από σημαντικές λειτουργίες και επενεργεί τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική ζωή. Εν αρχή, λοιπόν, είναι η διατήρηση της γλώσσας ως συλλογικού κληροδοτήματος. Συγκεκριμένα «χωρίς τον Δάντη, δεν θα γινόταν η ενοποίηση της ιταλικής γλώσσας». Η λογοτεχνία, επίσης, συντελώντας στη διαμόρφωση της γλώσσας, δημιουργεί ταυτότητα και ενότητα. Όπως στην περίπτωση του Ομήρου για τον ελληνικό πολιτισμό, του Λούθηρου για τη γερμανική ταυτότητα και του Πούσκιν για τη ρωσική γλώσσα. Επιπλέον, σε προσωπικό επίπεδο η λογοτεχνία δημιουργεί τη μέθεξη μ’ έναν σύμπαν αξιών. Ακόμη, ορισμένοι ήρωες έγιναν συλλογικά αληθείς, έγιναν πρότυπα καθώς επενδύθηκαν πάνω τους, μέσω της προβολής και της ταύτισης, τα πάθη μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Εντέλει, μία από τις πρωταρχικές λειτουργίες της λογοτεχνίας είναι «η μαθητεία στο Πεπρωμένο και στον θάνατο», καθώς « Οι ‘’τελειωμένες’’ ιστορίες μας διδάσκουν και να πεθαίνουμε». Και ίσως πως να ζούμε μετά θάνατο στη μνήμη των ζωντανών. Η "αθανασία" αυτή είναι η πιο σημαντική απόλαυση εν ζωή των γραφιάδων, αυτή τους κάνει να αντέχουν τη μοναξιά τους...