Μοντιλιάνι, Μεγαλείο και Οργή

[ ARTI news / Κόσμος / 12.07.19 ]

Ο Μοντιλιάνι(1884-1920) γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου πριν από 132 χρόνια στο Λιβόρνο από αστούς γονείς Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο Μοντιλιάνι. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Η μητέρα του, κόρη αριστοκρατών από τη Μασσαλία, άρχισε τότε να εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

Η υγεία του ήταν εύθραυστη από τα παιδικά του χρόνια λόγω του ότι είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Από νωρίς όμως γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Τρία χρόνια έζησε εκεί, σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στη ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησε να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.

Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, πήγε για να ζήσει στην Πόλη του Φωτός. Αρχικά έμενε σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακόμισε στη Μονμάρτρη. Εκείνο τον καιρό η Μονμάρτρη αποτελούσε ήδη τη συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες, αποτελώντας το επίκεντρο της αβάν γκαρντ. Εγκαταστάθηκε στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir) όπου άρχισε να απασχολείται με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λοτρέκ, έως ότου επηρεάστηκε από τον Πολ Σεζάν. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα επεξεργαζόταν ξανά. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτρης έζησε για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ. Η άσχημη, όμως, οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του, το Λιβόρνο.

Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον το 1909. Επέλεξε τότε να μείνει την συνοικία Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. Εκεί συνάντησε τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα. Έμεναν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου και εκεί αναπτύχθηκε η σχέση τους. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκεσε ένα έτος περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στον σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις, ως το τέλος της ζωής του.

Επηρεάστηκε από τα πρωτοποριακά ρεύματα που κυριαρχούσαν στο Παρίσι, ωστόσο διαμόρφωσε μία τέχνη προσωπική και μοναδική η οποία δεν εντάχθηκε σε κάποιο καλλιτεχνικό κίνημα. Στο Παρίσι γνώρισε τον Πικάσο, τον Ντερέν, τον Απολινέρ, τον Ριβέρα, τον Μαξ Ζακόμπ. Το 1917 γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του Ζαν Εμπιτέρν που ήταν 19 ετών και φοιτήτρια στην Ακαδημία Κολαρόσι. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Στις 24 Ιανουαρίου 1920 ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ. Την επόμενη μέρα, μη αντέχοντας την απώλειά του, η γυναίκα του, εννέα μηνών έγκυος, αυτοκτόνησε.

Πέθανε άρρωστος νέος και φτωχός και δεν πρόλαβε να δει τα έργα του να αποκτούν τεράστια αξία. Η τραγική ζωή του δεν έχει καμία σχέση με την αποδοχή και την επιτυχία που γνώρισε αργότερα. Ο Μοντιλιάνι έκανε μια και μοναδική ατομική έκθεση όσο ήταν εν ζωή με διάρκεια μόνο μιας ημέρας. Συνέβη στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, στην γκαλερί του Παρισιού Berthe Weill. Εξέθεσε 30 έργα, τα οποία του είχαν ανατεθεί από τον φίλο του, έμπορο Leopold Zborovski. Οι γυμνές φιγούρες που εξέθεσε έγιναν επίκεντρο ενός δημόσιου σκανδάλου με την αστυνομία να κλείνει την γκαλερί μόλις λίγες ώρες αφότου άνοιξε. Κανένας δε τον παίρνει πολύ στα σοβαρά, επειδή τα έργα του δεν εγγράφονται σε κανένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα.

Ο Modigliani είναι κυρίως ο ζωγράφος των πορτρέτων. Το μοντέλο του στέκεται απέναντί του ή κάθεται σε μια καρέκλα, κοιτάζοντάς τον απευθείας ή με το σώμα ελαφρώς στραμμένο. Το πρόσωπο θυμίζει αφρικάνικη μάσκα: έντονο ωοειδές σχήμα, αμυγδαλωτά μάτια, μακριά λεπτή μύτη και μικρό στυλιζαρισμένο στόμα. Οι αναλογίες του σώματος αλλοιώνονται, ο λαιμός είναι αφύσικα μακρύς και οι ώμοι χαμηλωμένοι.“Όταν γνωρίσω την ψυχή σου, θα ζωγραφίσω τα μάτια σου”, φέρεται να έχει πει στη σύντροφο και μούσα του, Jeanne Hebuterne. Ο τρόπος που χειρίζεται τα μάτια είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στα πορτρέτα του. Μικρά και ελαφρώς ασύμμετρα τοποθετημένα, παίρνουν άλλοτε ένα βλέμμα μελαγχολικό και άλλοτε γίνονται θολά ή τελείως κενά. Τα κενά μάτια θεωρήθηκαν από πολλούς ότι εκφράζουν μια εσωτερικότητα και δίνουν μια ποιητική, μυστηριακή διάσταση στο πορτρέτο. Για ένα διάστημα θα εγκαταλείψει τη ζωγραφική για να αφοσιωθεί στη γλυπτική. Σμιλεύει μακρόστενα, ανέκφραστα προσωπεία, με μακριές, στενές μύτες, σήμα κατατεθέν σε όλο του το έργο, γλυπτό και ζωγραφικό. Εμπνέεται από τις Καρυάτιδες και την αφρικανική τέχνη.

Ο Μοντιλιάνι στη διάρκεια της ζωής του αντάλλαξε πολλά έργα του με ένα πιάτο φαγητό. Μερικά από αυτά σήμερα έχουν τις υψηλότερες τιμές στην αγορά έργων τέχνης. Όμως ο Μοντιλιάνι ήταν πάντα ένας πρίγκιπας. «Γνώρισα πραγματικά τον Μοντιλιάνι», λέει ο Βλαμένκ. «Τον γνώρισα πεινασμένο, τον είδα μεθυσμένο. Τον είδα να έχει κάποια χρήματα. Σε καμία περίπτωση δεν είδα να λείπει το μεγαλείο και η γενναιοδωρία. Ποτέ δεν έπιασα επάνω του το παραμικρό ταπεινό συναίσθημα. Αλλά τον είδα οργίλο, εκνευρισμένο από την διαπίστωση ότι η δύναμη του χρήματος που τόσο περιφρονούσε μερικές φορές αντιτασσόταν στη θέληση και την περηφάνια του».

Υ.Γ. Ο πουριτανισμός δεν ίσχυε μόνο στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά και στις ημέρες μας. Αμερικανικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης "καμουφλάρουν" τον περίφημο Γυμνό πίνακα του Μοντιλιάνι!