Οι δικαστικές αποφάσεις των ΗΠΑ που κηρύσσουν μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης υπεύθυνες για τον εθισμό ανθρώπων και την καταστροφή ζωών, αποτελούν σταθμό και την αφετηρία μιας παγκόσμιας αντίδρασης, σημειώνει η εφημερίδα The Guardian σε σχετικό άρθρο της.
Η πρώτη απόφαση στο Νέο Μεξικό επέβαλε στην εταιρεία Meta που κατέχει το Facebook και το Instagram πρόστιμο 375 εκατομμυρίων δολαρίων για διευκόλυνση πρόκλησης βλάβης σε ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένης της εκμετάλλευσης παιδιών, και την παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με την ασφάλειά τους.
Την επόμενη μέρα δικαστήριο στην Καλιφόρνια επιδίκασε 6 εκατ. δολάρια αποζημίωση σε χρήστη που είχε υποστηρίξει ότι η Meta (μαζί με το YouTube) είχε σχεδιάσει σκόπιμα εθιστικά προϊόντα που την είχαν εθίσει από την παιδική της ηλικία, προκαλώντας της σοβαρή βλάβη.
Η Frances Haugen, πρώην υπάλληλος του Facebook η οποία δημοσίευσε 20.000 σελίδες εσωτερικών εγγράφων το 2021, παρείχε σαφείς αποδείξεις ότι η εταιρεία γνώριζε ότι οι πλατφόρμες της προκαλούσαν βλάβη, είτε έβλαπταν τα παιδιά είτε αποσταθεροποιούσαν τη δημοκρατία, αλλά το αγνόησε επιδιώκοντας «αστρονομικά κέρδη». Η Haugen δήλωσε στον Guardian ότι η Meta θα μπορούσε να υποχρεωθεί να πληρώσει ένα τρις δολάρια σε πρόστιμα και αποζημιώσεις κάτι που θα καθιστούσε τη «χρεοκοπία» μια πραγματική πιθανότητα.
Η Sarah Wynn-Williams σε κείμενό της για το Facebook περιγράφει πώς η εταιρεία είναι ικανή να παρακολουθεί τη δραστηριότητα των χρηστών εντός και εκτός της πλατφόρμας, να δει για παράδειγμα πότε κορίτσια ηλικίας μεταξύ 13 και 17 ετών διέγραφαν μια selfie. Συνειδητοποιώντας ότι αυτό σηματοδοτούσε τη δυσαρέσκεια των κοριτσιών με την εμφάνισή τους, η εταιρεία εκμεταλλευόταν αυτή τη δυσαρέσκεια πουλώντας την έναντι αμοιβής σε μια εταιρεία καλλυντικών που μπορούσε να προβάλει μια διαφήμιση ομορφιάς σε αυτά τα παιδιά εκείνη τη στιγμή.
Το Facebook έκανε μια παρουσίαση για έναν Αυστραλό πελάτη, καυχώμενο για την ικανότητά του να παρακολουθεί την διαδικτυακή ζωή των χρηστών - τις αναρτήσεις τους, τις φωτογραφίες τους, τις συνομιλίες τους με φίλους – πράγμα που τους επέτρεπε να γνωρίζουν ακριβώς πότε τα έφηβα κορίτσια ένιωθαν «άχρηστα», «ανασφαλή», «στρεσαρισμένα», «ηττημένα», «ανήσυχα», «ηλίθια», «άχρηστα», «σαν αποτυχημένα». Αυτές οι στιγμές ήταν οι βέλτιστες για πώληση!
Το δικαστήριο στο Νέο Μεξικό άκουσε ότι ένας πρώην υπάλληλος της Meta έγραψε στον Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της, προτρέποντάς τον να δει τον κίνδυνο που ενέχει το να επιτρέπει στα νεαρά κορίτσια πρόσβαση σε ένα φίλτρο αισθητικής χειρουργικής στο Instagram που κάνει τους χρήστες να βλέπουν πώς θα φαίνονταν με μεγαλύτερα μάτια ή πιο έντονα χείλη. Ο υπάλληλος έστειλε το email λέγοντας ότι μία από τις κόρες του είχε «νοσηλευτεί δύο φορές για δυσμορφία σώματος» και ότι, όσον αφορά την εικόνα του σώματός τους, «η πίεση που ασκείται σε αυτές και στις συνομήλικές της μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι έντονη». Ο Ζάκερμπεργκ δεν συγκινήθηκε. Είπε ότι θα ήταν «πατερναλιστικό» να περιοριστεί η «ικανότητα των χρηστών να παρουσιάζονται με αυτούς τους τρόπους». «Ο Μαρκ είπε ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι η αύξηση του χρόνου που αφιερώνεται στην πλατφόρμα». Η αύξηση του χρόνου σημαίνει περισσότερες διαφημίσεις, περισσότερα χρήματα.
Όπως σημειώνει ο Guardian οι δύο δικαστικές αποφάσεις δημιουργούν δεδικασμένο καθώς βρέθηκε ένας τρόπος για να παρακαμφθεί η λεγόμενη ασπίδα ευθύνης που προστάτευε τις εταιρείεςεδώ και δεκαετίες. Συγκεκριμένα, το άρθρο 230 της βασικής νομοθεσίας, που ψηφίστηκε τη δεκαετία του 1990, έκρινε ότι οι εταιρείες τεχνολογίας δεν μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται στις πλατφόρμες τους, όπως ακριβώς δεν θα μπορούσατε να θεωρήσετε τα Ταχυδρομεία υπεύθυνα για το περιεχόμενο μιας προσβλητικής επιστολής. Η υπόθεση της Καλιφόρνια, ειδικότερα, παρέκαμψε αυτή την ασπίδα, εστιάζοντας όχι στο περιεχόμενο - αυτή ή εκείνη την δυσάρεστη ανάρτηση - αλλά μάλλον στο σύστημα προτάσεων περιεχομένου, δηλαδή στον μηχανισμό που καθορίζει τι βλέπουν οι χρήστες…
Πηγή The Guardian

