Σχήμα προσώπου

[ Γιώτα Αναγνώστου / Ελλάδα / 09.12.20 ]

Αν έλεγα πως το περίμενα θα σου έλεγα ψέματα και ξέρεις πως στα ψέματα όσο και να προσπάθησα δεν τα κατάφερα. Όλη μου η προπόνηση μια καθαρή ματαιοπονία. Γι’ αυτό και ψέματα δεν θα σου πω. Δεν το περίμενα. Καθόλου δεν το περίμενα να ξυπνήσω το πρωί και να μην βλέπω τίποτα και τίποτα να μην ακούω, να μη μυρίζω τίποτα, καθόλου να μην έχω γεύση, ούτε καν εκείνη την αποστροφή που νιώθεις σαν ξυπνάς για το ίδιο σου το στόμα και τρέχεις να βουρτσίσεις τα δόντια σου μέχρι τα ούλα να ματώσεις γιατί η γεύση του αίματος –ακόμα κι όταν πρόκειται για το δικό σου αίμα- όσο να πεις σου είναι πιο οικεία, πιο ευχάριστη. Πήγε ο νους μου στο κακό δεν σου το κρύβω. Ετούτα τα συμπτώματα ήτανε ύποπτα το δίχως άλλο.

  Έφερα και τα δυο μου χέρια στο κρανίο –εκεί τουλάχιστον που όφειλε αυτό να είναι, που είχα συνηθίσει κάθε πρωί καθώς ξυπνούσα να το βρίσκω- και με τα δάχτυλα θέλησα να ψηλαφίσω  το πρόσωπο που είχα συνηθίσει ν’ αντικρίζω στον καθρέφτη. Τα δάχτυλα απαλά κινήθηκαν, επιφυλακτικά. Αυτά με την αφή μου αφηγήθηκαν. Μια λεία επιφάνεια, απόλυτα λεία –γλόμπος;- ούτε τρίχα, ούτε καρουμπαλάκι, τίποτα. Λεία και κοίλη και μακρουλή, δίχως των ματιών τις εσοχές, τα τόξα των φρυδιών, της μύτης τον άξονα, την κίνηση των ρουθουνιών, τους λόφους των χειλιών να τους χαϊδεύει μια ανάσα δίχως. Φρίκη. Δίπλωσα τα δάχτυλα και με τους κόμπους χτύπησα απαλά, διακριτικά σαν να χτυπάς την πόρτα του γραφείου του  αφεντικού με δισταγμό ή του δωματίου κάποιου που υποφέρει. Δεν άκουσα τον χτύπο, δεν είχα αυτιά,  τον ένιωσα ωστόσο, σαν  να χτυπούσα κάτι κούφιο που δεν έσπασε από το χτύπημα μονάχα από τύχη, τόσο εύθραυστο.

   Να κλάψω ήθελα, δεν είχα μάτια, να ουρλιάξω ήθελα, δεν είχα στόμα, να θρηνήσω γοερά μα ήτανε αδύνατο εντελώς να κάνω οτιδήποτε με ένα αυγό στη θέση του κρανίου μου.

Και τώρα που μιλάει η  μέσα μου φωνή νιώθω μια ανεπαίσθητη οπή στο ευαίσθητό μου κέλυφος και κάτι με ρουφάει αργά και σταθερά. Σε λίγη ώρα νιώθω θα σιγήσει ακόμα και αυτή  η μέσα μου φωνή, τη νιώθω σταθερά να εξασθενεί, να σβήνει. Βουβαμάρα.