Ο Σβέβο, ο Πιραντέλλο και τα «αντίγραφα» τους

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 17.02.21 ]

           Πολλά  έχουν γραφτεί για τη λογοτεχνική «τύχη» του Ίταλο Σβέβο, όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η προσοχή δεν στρέφεται σχεδόν καθόλου προς τα θεατρικά του έργα. Αν για την πρόζα η επανεξέταση υπήρξε άμεση, για μια σειρά από λόγους δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το θέατρο: φτάνει να δούμε την ακαμψία των δραματουργικών δομών, που πολύ πιο δύσκολα αφομοιώνονται σε σχέση με τις αφηγηματικές και την ίδια τη βαρύτητα της ιστορίας του θεάτρου. Πράγματι, ανάμεσα στον 19ο και τον 20ο αιώνα παρατηρήθηκε μια τάση να παρακάμπτονται οι εναλλακτικές στην αστικο-νατουραλιστική, επιλύσεις των δραματικών μορφών, υποχρεώνοντας εμπειρίες άλλου τύπου σε στιγμιαίες, και καμιά φορά οριστικές, περιθωριοποιήσεις. Για παράδειγμα, ο Ντ’Αννούντσιο έχει να επιδείξει μια σειρά από αποτυχίες, για να μην μιλήσουμε για τον Πιραντέλλο, που έμεινε στην αίθουσα αναμονής σχεδόν για ένα τέταρτο του αιώνα. Αν λοιπόν η ζωή, από αυτή την άποψη, ήταν δύσκολη ακόμη και στην πρωτεύουσα, αλίμονο για μια περιοχή συνόρων όπως η Τεργέστη. Έτσι, ο Σβέβο, ίσως φοβισμένος από τη σύγχρονη θεατρική μηχανή, ψάχνει για διαφορετικές λύσεις όπως και στην πεζογραφία, αλλά ανησυχεί ώστε να είναι κατά το δυνατόν λιγότερο οδυνηρές, εις βάρος καμιά φορά μιας μεγαλύτερης ευκρίνειας και ολοκληρωμένων αποτελεσμάτων.                           

            Η πρώτη φάση της κριτικής στο θέατρο του Σβέβο –σημειώνοντας την ταυτότητα πολλών στοιχείων του με εκείνα των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων- ελαχιστοποίησε την αξία του, χωρίς μια αποδεκτή δικαιολογία: για ποιο λόγο να τοποθετήσεις το θέατρο σε μια θέση υποπροϊόντος μόνο και μόνο για τον λόγο ότι τα ίδια μοτίβα εμφανίζονται στην παράλληλη πεζογραφική παραγωγή; Ίσως από την τάση να ενοποιούνται τα θέματα και το ύφος αυτών των έργων με εκείνα του Πιραντέλλο, σαν να έπρεπε οι παράμετροι της ανάλυσης να εφαρμόζονται αδιάκριτα στα κείμενα και των δύο. Αντίθετα, όχι μόνον υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα έργα και των δύο συγγραφέων, αλλά και στους τρόπους οργάνωσης των κειμένων: πράγματι, για τον Πιραντέλλο, όπως και για άλλους πεζογράφους-δραματουργούς fin-de-siecle, λειτουργεί πάντα ο άξονας διήγημα-θεατρικό έργο. Ο Σβέβο αντίθετα δεν σκηνογραφεί ποτέ άμεσα τα αφηγηματικά του κείμενα, που καμιά φορά μάλιστα προϋπάρχουν στα θεατρικά του. Είναι ορθότερο λοιπόν να σκεφτόμαστε το έργο του ως ένα σύνολο από διαδρομές που τέμνονται και όχι εν σειρά.

            Ακριβώς αυτοί οι θεματικοί πυρήνες φαίνεται να είναι ορισμένα από τα στοιχεία νεωτερισμού αυτών των έργων: πρέπει να δούμε λοιπόν και τους τρόπους με τους οποίους βαπτίζονται σιγά-σιγά στις δομές του κειμένου και την ακόλουθη δραματουργική τους μεταφορά. Εμφανίζονται με αυτόν τον τρόπο λύσεις που συχνά είναι περισσότερο προωθημένες απ’ ότι φαίνεται σε μια πρώτη ανάγνωση. Σημαντικό είναι να συσχετίσουμε τους δεσμούς του θεάτρου του Σβέβο με το υπόλοιπο έργο του και ακόμη με το ιταλικό και ευρωπαϊκό δραματουργικό πανόραμα των αρχών του αιώνα, χωρίς να συνεχίζουμε να κάνουμε ένα πρελούδιο, σε χαμηλότερους τόνους, της πιραντελλικής παραγωγής. Ας μην ξεχνάμε  επίσης ότι πολλά ερεθίσματα προέρχονταν τότε όχι μόνον από την παραδοσιακή ρωσο-νορβηγική συντεταγμένη, αλλά και από άπειρα αγγεία συγγενών γεωγραφικών περιοχών και λογοτεχνικών ρευμάτων. Πράγματι, υπάρχουν πρόσωπα και θέματα γεμάτα –επιφανειακά- με νατουραλισμό, που όμως αποδεικνύονται περισσότερο δεμένα με διαφορετικές προοπτικές.

 *Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ