Ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους

[ Γιάννα Κουκά / Ελλάδα / 28.12.18 ]

Σκέφτομαι καμιά φορά αυτές τις μέρες που τα σπίτια γιορτάζουν.
Σκέφτομαι τους δυστυχείς. Τους μόνους.
Άραγε μια σκέψη εκεί στα γιορτινά τραπέζια πέρασε από τους οικοδεσπότες για τους κυνηγημένους της γης; 
Ένα πιάτο φαγητό φυλάχτηκε για την επομένη;
Για κείνους που ελπίδα δεν έχουν, μόνο λησμονιά.
Για κείνα που έχασαν, αφήνοντας πίσω μια πατρίδα.
Που ίσως δεν ξαναδούν.
Που χάθηκαν οι μνήμες σε κείνα τα δουλεμπορικά που φορτώθηκαν με τις ψυχές τους.
Όπως-όπως. Εσύ μπροστά, εσύ πίσω, εσύ στη μέση, εσύ πάνω στον άλλο, εσύ κράτα το βρέφος σου αγκαλιά, στριμωχτείτε, ευχηθείτε να μη βουλιάξει, να μας αντέξει όλους, να βρούμε στεριά, απάγκιο κι άσυλο. Χωρέστε, με το ζόρι, χωρέστε!

Και γίνομαι αυτός. 

Κι εκεί κάποιος να φανεί, να σηκώσει ψηλά το χέρι, να δείξει την ελπίδα πως φτάσαμε.
Να μας βγάλει τα μουσκεμένα ρούχα, ένα αντιεμετικό να δώσει άρον-άρον στα παιδιά, γιατροί να βγάλουν το νερό απ' το στόμα του βρέφους κι ύστερα στη σειρά να δηλώσουμε αυτό που φέραμε μαζί. Το όνομά μας. 
Σκέφτομαι αυτό που έγραψε ο Χριστιανόπουλος:
"Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;"

Και γίνομαι εγώ.

Που ρωτώ.

Κρατήσαμε μια σιγή για τους απεγνωσμένους έτσι όπως τσουγκρίζαμε τα ποτήρια;

Και λέω και φωνάζω.

Στην υγειά των προσφύγων, των ξεριζωμένων.
Στην υγειά των προσφύγων μωρέ!
Στην υγειά των κυνηγημένων, μωρέεεεεε!