«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 13.05.26 ]

«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα», έγραψε πριν πέσει στο κενό. Για να αληθεύει ο Παβέζε που έλεγε «ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου» κόσμε.

Αλλά ποιος είναι αυτός ο κόσμος που «έχει τα μάτια του θανάτου»; 

Είναι ο κόσμος όπου ΕΙΣΑΙ κατά το μέγεθος της καταναλωτικής σου δαπάνης. Όπου καταναλώνω σημαίνει υπάρχω. Όλη η ζωή κινείται γύρω από τον πυρήνα της κατανάλωσης. Η κατανάλωση (δηλαδή το χρήμα) είναι ό,τι μας συνέχει ως κοινωνία, αφού μ’ αυτή «μιλάμε» και μέσω αυτής «αλληλο-αναγνωριζόμαστε».

Καταναλώνουμε υλικά προϊόντα, κυρίως του εμφαίνεσθαι, καταναλώνουμε τις σχέσεις μας, καταναλώνουμε βουλημικά, παρορμητικά, το φαγητό, τις ακραίες εμπειρίες, τις μεταμορφώσεις του σώματός μας, καταναλώνουμε γνωριμίες μέσω του διαδικτύου, καταναλώνουμε τελικά την ίδια την εικόνα ή τις εικόνες του εαυτού μας. Γι’ αυτό η μοναξιά εισπράττεται ως ριζική ματαίωση και είναι συνυφασμένη με την έλλειψη επικοινωνίας, δηλαδή κατανάλωσης, με τον αποκλεισμό από την αγορά εκείνων των σημείων/συμβόλων που μας καθιστούν αναγνωρίσιμους/ορατούς στο βλέμμα των άλλων.

Και επειδή για να καταναλώνουμε, δηλαδή για να ΕΙΜΑΣΤΕ, χρειαζόμαστε "χρήματα", χρειαζόμαστε και μια καλή εργασία.

Η κοινωνική εκτίμηση στον κόσμο της «κατανάλωσης» συνδέεται με την ευκαιρία να επιτελεί κανείς μια αξιοπρεπώς αμειβόμενη και άρα κοινωνικά ρυθμισμένη εργασία που θα αποφέρει χρήματα για να «αγοράζει» κανείς ορατότητα, δηλαδή εαυτό! Η ευκαιρία για την καλά πληρωμένη εργασία και κατ’ επέκταση την κοινωνική αναγνώριση περνάει στην Ελλάδα μέσα από την κοινωνική μυθολογία των «πανελλήνιων εξετάσεων» για την είσοδο στα ΑΕΙ. Γι' αυτό η «αποτυχία» στι εξετάσεις είναι στον αντίθετο πόλο της Αναγνώρισης και είναι ταυτόσημη με την Περιφρόνηση, την ταπείνωση, την ηθική απαξία. Η αποτυχία στις Πανελλήνιες ισοδυναμεί με κορυφαία ματαίωση της αναγνώρισης και αυτό προκαλεί ψυχικό κλονισμό στους εφήβους. Γιατί όταν η προσδοκία δεν ικανοποιείται, όταν κάποιος στερείται την προοπτική της αναγνώρισης, τότε αποκτά της ηθικές εμπειρίες που ο Άξελ Χόνετ αποκαλεί «αισθήματα κοινωνικής περιφρόνησης».

Η αντίδραση του περιφρονημένου είναι ντροπή, οργή  και αγανάκτηση. Τα αισθήματα αυτά είτε ενδοβάλλονται οπότε στρέφονται εναντίον του εαυτού, είτε εξωστρέφονται και γίνονται σφαίρες που σκοτώνουν τους «άλλους», το «βλέμμα» της περιφρόνησης.  

Η ηθική αδικία θα στείλει την βαθιά «πληγωμένη» προσωπικότητα στο κενό, στο ψυχιατρείο ή σε μία παρέα που θα τονώσει την αυτοπεποίθηση, που θα λειτουργήσει ιαματικά στις ηθικές πληγές. Αυτή η παρέα μπορεί να είναι μία ομάδα που διεκδικεί πολιτικά έναν άλλο κόσμο, αλλά μπορεί ομοίως να είναι οι χουλιγκάνοι, οι συμμορίες, οι παραθρησκευτικές ή οι νεοναζιστικές ομάδες.

Οι αδικημένοι νέοι θα βρουν αναγνώριση στις ομάδες αυτές. Η αυτοπεποίθησή τους θα τονωθεί. Από εδώ προκύπτει και ο φανατισμός για την ομάδα, που είναι ο φανατισμός υπεράσπισης του αδικημένου εαυτού. Η «ομάδα» γίνεται ένα είδος ναρκωτικού, απ’ το οποίο δεν μπορούν να απαλλαγούν. Γιατί έξω από αυτή δεν βιώνουν αναγνώριση, δεν υπάρχουν, είναι αόρατοι. Αυτά γράφει ο ανατολικοβερολινέζος Ingo Hasselbach για τις εμπειρίες του στις ομάδες του νεοναζιστικού νεολαιίστικου χώρου, δείχνοντας έτσι που μπορεί να οδηγήσει πολιτικά η εμπειρία της «κοινωνικής περιφρόνησης».

Παλιότερα, είχαμε τους δημόσιους θεσμούς της «δημοκρατικής κοινωνίας» (νεολαίες κομμάτων, συνδικάτων, πολιτιστικά στέκια γειτονιών, δίκτυα καλλιτεχνών, αλληλέγγυων κ.ά.), οι οποίοι όμως είτε απαξιώνονται με ευθύνη και των συστημικών πολιτικών κομμάτων είτε χτυπιούνται άγρια από την κρατική καταστολή. 

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που οι συναισθηματικοί δεσμοί και η κοινωνική εκτίμηση-αναγνώριση είναι συνεχώς υπό αίρεση, δεν απομένει για τους νέους παρά η διέξοδος των φασιστικών ομάδων ή το "κενό". 

Αυτός ο κόσμος που έχει τα μάτια του θανάτου, είμαστε εμείς...