Ατολμία

[ Μαργαρίτα Μανώλη / Ελλάδα / 25.06.17 ]

Κάθε πρωί ξυπνούσε με την ευφρόσυνη  υπόσχεση της καινούριας μέρας,  με την αγαλλίαση του παιδιού που ανακαλύπτει ξεχασμένα νομίσματα στις τσέπες του, κι ύστερα η σκληρή πραγματικότητα τον στένευε σα ρούχο κακοπλυμένο, εκείνο το «ταξίδι», τη φυγή που σχεδίαζε καιρό, θα την πραγματοποιούσε άραγε ποτέ, αλλά βλέπεις οι άνθρωποι, είναι πλάσματα της ρουτίνας, ακολουθούν ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, τόσο βαρετά προβλέψιμοι, η ζωή τους συνυφασμένη με τις μικρές καθημερινές συνήθειες, που τις διατηρούν γιατί είναι ευκολότερο από το να τις καταργήσουν ή να αποκτήσουν νέες, οι περισσότεροι προτιμούν κάτι γνωστό, έστω και δυσάρεστο  απ’ την αβεβαιότητα, το φόβο του αγνώστου…

 Μονάχα οι παράτολμοι ή οι απεγνωσμένοι  σπάζουν τις αλυσίδες τους….

Κι ύστερα κάθεται σ’ ένα γραφείο τις περισσότερες ώρες της ημέρας, μέχρι να βγει στη σύνταξη θα έχει σπαταλήσει χιλιάδες ώρες σ’ αυτό το γραφείο, πολλές χιλιάδες, πάντα προσπαθούσε να κάνει το σωστό, αυτό που περίμεναν οι άλλοι από κείνον, έτσι πρέπει, τον  παραμύθιαζαν,  όμως τίποτα απ’ όσα κάνει δεν έχει νόημα, είναι τόσα τα πράγματα που δεν είδε, πολλά τα μέρη που δεν ταξίδεψε, σπαταλιέται άσκοπα «για ένα πουκάμισο αδειανό», ζει τη μίζερη ζωούλα του, μένει σε ένα κουτί, δουλεύει σε ένα κουτί, κάνει μια  δουλειά χωρίς νόημα κι όλα αυτά, επειδή  αυτή είναι η συνήθης τάξη των πραγμάτων και μια μέρα ξυπνά και βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, δεν υπάρχει τίποτα αληθινό, τίποτα ουσιαστικό και δεν θέλει πια να συμμετέχει άλλο σ’ αυτό, δεν θέλει να είναι εκεί…

Αλλά εκείνος παράτολμος δεν υπήρξε ποτέ…