Αγρυπνίες

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 29.09.17 ]

Όταν οι άλλοι κοιμούνται, εγώ αγρυπνώ και νεκρούς ανασταίνω. Τότε, στο πιο βαθύ σκοτάδι, έρχονται και με βρίσκουν δυο μισοπνιγμένα πτώματα. Ένας Χρόνης και μια Έλλη με τη φουσκωμένη κοιλιά. Πιο δίπλα, ένα τέρας καιροφυλαχτεί. Το κοιτάζω στα μάτια. Εκείνο αγριεύει και τα δόντια μού δείχνει. Κάνω delete και το σβήνω. Αντιστέκεται και στον κάδο ανακύκλωσης καταφεύγει. Με ένα δεξί κλικ το διαγράφω οριστικά. Την Έλλη και τον Χρόνη να σώσω. Και το φιλί της ζωής να τους δώσω.

Γεννηθήτω θάλασσα!

Και στη στιγμή η λευκή σελίδα πέλαγο με λέξεις πλημμυρίζει. Ένα καράβι κυλά στην υγρή επιφάνεια και πάνω του -σαν τον Νώε με όλα της γης και της θάλασσας πλάσματα- ταξιδευτή με παίρνει.

Ξημερώματα ο ύπνος μού κλείνει τα μάτια. Kι όταν το φως κάτω απ’ τις γρίλιες τρυπώνει. Άμμος υγρή είναι κολλημένη στα πόδια μου. Στα τασάκι μια γόπα καπνίζει ακόμα. Η οθόνη αναβοσβήνει: Μαύρο δεν είναι το τέρας. Μαύροι είναι οι άνθρωποι. Κλείνω τα μάτια και το ταξίδι συνεχίζεται.