«Caliban Shrieks» το βιβλίο ενός εργάτη και η «ποντικοπαγίδα»

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 07.03.24 ]

«Δοκιμάστε το, σκληροί πουριτανοί χαρτογιακάδες. Πάρτε μια ιδέα για το τι είναι οι άντρες, έξω από τον μικρό κύκλο της ποντικοπαγίδας σας. Γίνετε άνθρωποι… μολυνθείτε... τότε θα δείτε ότι είναι μόνο η καλοσύνη μιας κάστας που σας επιτρέπει να είστε οι μαριονέτες με τα κομμένα νύχια και τα λεμονόχρωμα γάντια.» Είναι ο Τζακ Χίλτον που «μιλάει».  Ένας εργάτης που έγραψε το μυθιστόρημα «Caliban Shrieks» και ύστερα χάθηκε μαζί και το βιβλίο του. Ο Χίλτον, για την ακρίβεια, εγκλωβίστηκε κι αυτός στην ποντικοπαγίδα των «καλοχορτασμένων» συγγραφέων. Το «τυρί» ήταν μια υποτροφία Οξφόρδης!

Το βιβλίο του Χίλτον ανακάλυψε όπως γράφει το New Yorker*, το 2021, ο Τζακ Τσάντγουικ, ένας εικοσιεπτάχρονος μπάρμαν και χορευτής που σκάλιζε τα ράφια της Βιβλιοθήκης του Κινήματος της Εργατικής τάξης, έξω από το Μάντσεστερ. Τον εντυπωσίασε το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Η χειροποίητη απεικόνιση έδειχνε έναν σκελετό γονατισμένο σε στάση ικεσίας, με τα χέρια τεντωμένα. Ο Τσάντγουικ δεν γνώριζε ούτε το βιβλίο, «Caliban Shrieks», ούτε τον συγγραφέα του, Τζακ Χίλτον. Μετά από αρκετές ώρες ανάγνωσης,  ρώτησε τη βιβλιοθηκονόμο τι μπορούσε να του πει για τον συγγραφέα. Του είπε μόνο ότι μετά από μια σύντομη λογοτεχνική καριέρα, ο Χίλτον είχε εξαφανιστεί. Από εδώ αρχίζει η ιστορία της αναζήτησης του Τσάντγουικ για τον Χίλτον και για την επανέκδοση του μυθιστορήματος του.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου αφορά στην ανατροπή του κυρίαρχου λογοτεχνικού «βλέμματος», που είναι το «βλέμμα» των «από πάνω» το οποίο μας παρέχει μια «ρομαντική» και «Wordsworthian» απεικόνιση της Αγγλίας. Το ίδιο συμβαίνει παντού. Αντίθετα, το «βλέμμα» των «από κάτω» δεν υπάρχει, ή όταν υπάρξει, θα χαθεί γρήγορα. Γενικά, η «αλητεία», δηλαδή η μαύρη ζωή των «απεγνωσμένων» δεν αποτυπώνεται ή όταν αυτό συμβαίνει, είναι για λίγο, με αναλαμπές στο σκοτάδι.  Ο Ρεμπώ, ο Ζενέ (αυτός ίσως περισσότερο), ο Χίλτον, δεν είναι κάποιοι ευαίσθητοι αστοί, δεν είναι οι «απ έξω» ή οι «από πάνω» που πρέπει να «στρατευθούν» υπέρ των αδικημένων, ή να σταθούν όπως λέει ο Σαρτρ μεταξύ των καταπιεστών και των καταπιεζόμενων, είναι οι ίδιοι «από κάτω», είναι οι ίδιοι καταπιεσμένοι άγρια, είναι αυτοί και μόνο αυτοί που μπορούν να γράψουν και η γραφή τους να είναι «η εξέμεση του περιεχομένου των εντέρων» αυτών που «πάτησε» το σύστημα. Μόνο αυτοί μπορούν να κφράζουν αυθεντικά το «βλέμμα» των «αποκάτω», εκείνο το φρικτό «βλέμμα του ηλίθιου», του "τρελού", του "απεγνωσμένου", του πεταμένου στα πεζοδρόμια της νύχτας που το βρώμικο χνώτο του θα καθαρίσουν από τις πλάκες του πεζοδρομίου το πρωί τα συνεργεία του Δήμου και οι νοικοκυραίοι. Όσοι επιζήσουν από αυτό το μακελειό, οι ταλαντούχοι μπορεί να τύχουν μας «υποτροφίας» Οξφόρδης ή της βοήθειας κάποιας τοπικής Μητρόπολης και της Εκκλησίας των Πεντηκοστιανών καθώς και των κυνηγών ταλέντων των νεοαποικιοκρατικών χωρών!

Για την ιστορία, όπως την γράφει το New Yorker*, ο Χίλτον γεννήθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα στο Όλνταμ, λίγο έξω από το Μάντσεστερ, μέσα σε φοβερή φτώχεια. Επτά από τα αδέρφια του πέθαναν πριν από την ηλικία των δύο ετών. Μόνο τρία επέζησαν μέχρι την ενηλικίωση. Στα δώδεκά του χρόνια άρχισε να εργάζεται σε ένα τοπικό βαμβακουργείο. Έπειτα, έχοντας πει ψέματα για την ηλικία του, κατατάχθηκε και πολέμησε στα χαρακώματα της βόρειας Γαλλίας. Επέζησε του πολέμου και επέστρεψε στην Αγγλία. Μετά από μια περίοδο αστεγίας, εντάχθηκε σε ένα κίνημα για τα δικαιώματα των εργαζομένων στο Ρότσντεϊλ. Οι ομιλίες του σε μία διαδήλωση τον οδήγησαν στη φυλακή. Με δικαστική απόφαση του απαγορεύτηκε η περαιτέρω συμμετοχή σε διαδηλώσεις, και τότε άρχισε να γράφει.

Ο Χίλτον δεν είχε ούτε λογοτεχνική εκπαίδευση. «Δεν μπορούσα να γράψω ούτε τρισύλλαβες λέξεις», είπε αργότερα. «Οι προτάσεις δεν είχαν νόημα." Αλλά ο δάσκαλός του στον Εκπαιδευτικό Σύλλογο των Εργαζομένων (ναι, υπήρχε τέτοια πρόβλεψη στα συνδικάτα) αντιλήφθηκε το ταλέντο του και έστειλε ένα δείγμα της δουλειάς του σε έναν εκδότη. Ο εκδότης ζήτησε περισσότερα. Το χειρόγραφο που ακολούθησε ήταν ένα είδος autofiction. Περιέγραφε την παιδική του ηλικία, τη δουλειά στο εργοστάσιο, τη δυστυχία του πολέμου και της φυλακής, και τη σκληρότητα της περιπλάνησης, συνδυάζοντας μνήμες με την ποίηση και την πολεμική, αλλά σε μια χαλαρή αφήγηση. Ο ίδιος ο Χίλτον το αποκαλούσε «Μια εξέμεση του περιεχομένου των εντέρων ενός ανθρώπου που είχε πατήσει η κοινωνία».

Το «Caliban Shrieks» δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1935 και βρήκε σύντομα αναγνώριση. Ο Τζορτζ Όργουελ το περιέγραψε ως «πνευματώδες και ασυνήθιστο». Ο ποιητής W. H. Auden, ένας αυστηρός κριτικός, επαίνεσε την «υπέροχη ρητορική του Χίλτον» τύπου «Μόμπι-Ντικ». Ένα μοναδικό βιβλίο τόσο σε τόνο όσο και σε δομή. Ήταν επίσης το έργο ενός συγγραφέα προερχόμενου «από τα κάτω», σε μια περίοδο που η αγγλική λογοτεχνία κυριαρχούνταν από τους προνομιούχους αστούς. «Βιβλία σαν αυτό, που προέρχονται από γνήσιους εργάτες και παρουσιάζουν μια γνήσια προοπτική της εργατικής τάξης, είναι εξαιρετικά σπάνια και σημαντικά», έγραψε ο Όργουελ. Το «Caliban Shrieks» συνέχισε, έδωσε φωνή σε «ένα συνήθως σιωπηλό πλήθος».

Η πεζογραφία του Χίλτον εμπεριέχει τις δίδυμες δυνάμεις της άσχημης εμπειρίας και της αγανάκτησης. Αντίθετα ο «προνομιούχος» καλοχορτασμένος συγγραφέας συγκεντρώνει «ωραίες αφηρημένες λέξεις» για τη φύση, όπως «Ο ουρανός του μεταξένιου γαλάζιου, στοκαρισμένος με τους χρυσούς κυματισμούς των ηλιόλουστων αποχρώσεων, πάνω από λόφους της πράσινης καφέ μεγαλειότητας» . . . Ω, το χάλι της μεταφοράς!» γράφει ο Χίλτον. 

Ωστόσο, η λογοτεχνική επιτυχία οδήγησε τον Χίλτον στον «κύκλο της ποντικοπαγίδας». Κέρδισε μία υποτροφία στην Οξφόρδη, ενώ το βιβλίο του έκανε μόνο μία έκδοση και χάθηκε. 

Οκτώ δεκαετίες αργότερα, όταν ο Τσάντγουικ, ο οποίος κατάγεται επίσης από εργατική οικογένεια, διάβασε το «Caliban Shrieks», συγκλονίστηκε και αποφάσισε να διερευνήσει την προοπτική της επανέκδοσης. Ένας φίλος συγγραφέας του σύστησε στον John Merrick, συντάκτη των βιβλίων Verso, ο οποίος ενδιαφέρθηκε επίσης για τον Hilton…

Από εδώ αρχίζει η περιπέτεια της επανέκδοσης του «Caliban Shrieks». Η επανέκδοση έγινε αυτό τον μήνα.

Σε μένα έμεινε η «Ποντικοπαγίδα». Αυτή που σε εγκλωβίζει. Αλλά και το δίλημμα που σαν τον Σίνη τον πιτυοκάμπτη σε ξεσκίζει. Γιατί ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης, ο διανοούμενος όπως γράφει ο Τ. Αντόρνο στα Minima Moralia, όταν βυθίζεται εντελώς στην υλική πρακτική και τα χρησιμοθηρικά-οικονομικά- οφέλη της, χάνει την ευαισθησία και το κριτικό του πνεύμα και «απειλείται από την επανάπτωση στον κυνισμό και τη βαρβαρότητα». Αλλά κι από την άλλη, αν ο διανοούμενος ασχολείται μόνο με τα λεγόμενα πνευματικά πράγματα, αποκομμένος από την οικονομική πραγματικότητα και την υλική αναπαραγωγή της ζωής, κινδυνεύει να υποστασιοποιήσει ως απόλυτο το πνεύμα του κι έτσι από τον φετιχισμό του χρήματος να οδηγείται στο φετιχισμό της κουλτούρας.

Τελικά, τι μένει να κάνει κανείς; Ο Ε. Σαΐντ προτείνει τη σχοινοβασία του «μέσα-έξω», τη συμπεριφορά του απρόβλεπτου, που απορρίπτει αυτούς που οι Γάλλοι ονομάζουν «τσοπανόσκυλα της εξουσίας», και που ανοίγει το δρόμο σε «μια νέα ευαισθησία» απέναντι στη θέση των υποτιμημένων, των λησμονημένων και των αφανών.

*https://www.newyorker.com/books/page-turner/the-bartender-and-the-lost-literary-masterpiece?utm_campaign=falcon_FCzP&mbid=social_twitter&utm_social-type=owned&utm_medium=social&utm_brand=tny&utm_source=twitter