Το αποκαλόκαιρο ως συμπέρασμα της ομορφιάς...

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 26.08.18 ]

Αποκαλόκαιρο. Τι όμορφη λέξη. Τι όμορφη βαθιά ομορφιά των ημερών που λες και περνούν βραδύτερα από το συνηθισμένο για να μπορέσουν να σε παρηγορήσουν, καθώς ο ήλιος μοιάζει να καθυστερεί τη δύση του. Αυτός ο γλυκύτατος ήλιος των ημερών που μοιάζει καμωμένος από θωπεία και γλυκό του κουταλιού. Κι ας λείψανε τα χέρια που το έφτιαχναν και που όσο κι αν ακούγεται περίεργο δεν  έφτιαχναν γλυκό, αλλά το άλας της γης. Έτσι, για να νοστιμίσει η γλυκύτητα, δηλαδή η ανθρωπιά της ύπαρξης.

Γιατί αυτό είναι το συμπέρασμα του κάθε καλοκαιριού: η ομορφιά της ύπαρξης. Η ομορφιά του να υπάρχεις. Να Είσαι. Να δημιουργείς δηλαδή το Εδώ. Αυτό το μικρό αλωνάκι της αιωνιότητας που φεύγει και χάνεται όπως ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ποτέ, αλλ’ όμως αιωρείται στο εγγύτατο αχανές κι εσύ θα ξυπνήσεις κάποιο επόμενο πρωί και το ποίημα θα έχει γραφτεί. Άλλοτε με λέξεις, άλλοτε όχι. Και ύστερα το αποκαλόκαιρο θα προχωρά σαν ένα συμπερασμένο καλοκαίρι με όση γλυκύτατη αλμύρα χρειάζεται για να επουλωθούν οι πληγές της ομορφιάς, αφού, πάντοτε η ομορφιά είναι και μια πληγή, μια συνείδηση πόνου θέλω να πω, που δίνει νόημα στον εξανθρωπισμό του κόσμου. Και κυρίως είναι ο πόνος του άλλου σώματος επειδή φεύγει και χάνεται μέσα σε ένα απίστευτα δαιδαλώδες «για πάντα». Αυτό το άλλο σώμα που δύει μέσα στην ομορφιά του αποκαλόκαιρου. Αυτό το συμπέρασμα του βασικού οικτιρμού: ότι στ’ αλήθεια δικό σου τίποτα δεν υπάρχει, γιατί δεν χρειάζεται να υπάρχει.

Γιατί στ’ αλήθεια δικό σου είναι μονάχα το «άλλο», εκείνο που σε κάνει να Είσαι. Και να βλέπεις τον ήλιο του αποκαλόκαιρου να δύει, έναν ήλιο καμωμένο από άπειρους άλλους ήλιους που δύουν μέσα στα δικά σου μάτια. Δημιουργώντας ένα γαλήνιο τοπίο απαντοχής στον πόνο του υπάρχειν, δηλαδή ένα περιθώριο ώστε να μπορεί να αναβλύσει αυτή η ταλαιπωρημένη, καθημαγμένη, χιλιοσταυρωμένη αιωνιότητα. Αυτή η στριφνή γεροντοκόρη αδελφή της καθημερινής μας λύπης, καθώς κοιτάμε μια δύση, καθώς συμπεραίνουμε ένα καλοκαίρι, καθώς διώχνουμε ένα εξανθηματικό έντομο αφηρημένα, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως εκείνη τη στιγμή διώχνουμε ένα ποίημα. Έτσι όπως συμβαίνουν οι έσω τραγωδίες στην μοιρασιά του κόσμου: ανεπαισθήτως.

Όταν, δηλαδή, το «ύστερα» είναι μακρινό και απροσδιόριστο. Μόνο που το «ύστερα» είναι ακριβώς το αντίθετο, έχει ήδη υπάρξει. Αυτό διδάσκει το αποκαλόκαιρο. Αυτό το γλυκύτατο – επιμένω – φως καθοδικής λυχνίας που φωτίζει με χρόνο το λυκόφως της Απώλειας, ταυτοχρόνως με το λυκαυγές μιας αγωνίας που ακόμα δεν έχει κάνει τα πρώτα της βήματα. Στο ασταθές έδαφος μιας νύχτας που καραδοκεί, που πάντοτε καραδοκεί για να αρπάξει τα βρέφη των ονείρων, τα βρέφη των απελεύθερων συσσωματώσεων, τα βρέφη της κάθε μανιασμένης τυφλότητας στην πορεία της προς την όραση και να τα κάνει εκτύφλωση φωτός, χαρά της τυφλωμένης όρασης, χαρά ενός «τίποτα» που δεν δύει ποτέ. Γιατί στην αυτοκρατορία του «τίποτα» ο ήλιος δεν δύει ποτέ. Και δεν δύει, ακριβώς επειδή δεν έχει υπάρξει ποτέ. Άρα η αυτοκρατορία δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν ξένοι τόποι, δεν υπάρχουν ξένοι άνθρωποι.

Υπάρχει μονάχα το καλοκαίρι. Υπάρχει μονάχα το συμπέρασμα. Είμαστε εδώ. Γιατί έχουμε δύσει πολλές φορές. Γιατί είναι αποκαλόκαιρο. Και θα δύσουμε ακόμα μια φορά. Για πάντα. Όσες φορές χρειαστεί για πάντα.