Σαρλ Μπωντλαίρ: «μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή»

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Κόσμος / 31.08.17 ]

«Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, απ’ ότι προτιμάτε».

Σαν σήμερα πέθανε ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ (Charles Pierre Baudelaire‎, Παρίσι, 9 Απριλίου 1821 – 31 Αυγούστου 1867).

Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Στις 5 Ιουλίου 1857, η γαλλική εφημερίδα Le Figaro έγραφε σχετικά με την πρόσφατη εμφάνιση των Ανθέων του Κακού: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κ. Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα, δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα — για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα»...

Όμως στο τέλος ο ποιητής δικαιώθηκε. "ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ" ξεπέρασαν το φράγμα του χρόνου:

                                    Ν’ ανακαλώ την άνοιξη με τη θέλησή μου,

                                    Ν’ αντλώ απ’ την καρδιά μου ήλιο, και να κάνω

                                    Με τις καυτές μου σκέψεις μια χλιαρή αχλύ.

Ο  Μπαρμπέ ντ' Ωρεβιγύ τον αποκάλεσε «Δάντη μιας παρηκμασμένης εποχής». Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε γι’ αυτόν: «Τίποτα δεν πλησιάζει περισσότερο το εγχείρημα του αρχαίου ήρωα στην μπωντλερική αίσθηση, πέρα από το να δοθεί μορφή στη νεωτερικότητα».

Σε ολόκληρο το έργο του ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενώσει την ομορφιά με την κακία, τη βία με την ηδονή καθώς και να καταδείξει τη μεταξύ τους σχέση. «Από παιδί δύο συναισθήματα αντιμάχονταν στην καρδιά μου: η φρίκη της ζωής και η έκσταση της ζωής», έλεγε. Τα μετουσίωσε σε ποίηση. Φανέρωσε την πεμπτουσία της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Μας προσκάλεσε να «μεθύσουμε» από την ποίηση, από την τέχνη, από τον έρωτα και την ίδια την ζωή. «Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, απ’ ότι προτιμάτε». Ξανά και ξανά η προτροπή: Μεθύστε! 

Ο πατέρας του Μπωντλαίρ ήταν άνθρωπος με πνευματικά ενδιαφέροντα και ερασιτέχνης ζωγράφος. Με τον θάνατό του το 1827 άφησε στον Σαρλ πλούσια πνευματική κληρονομιά. Έναν χρόνο αργότερα, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Συνταγματάρχη Οπίκ, πράξη που ο Μπωντλαίρ ποτέ δεν της συγχώρεσε. Ο Οπίκ ενσάρκωνε για τον Μπωντλαίρ όλα όσα στέκονταν ανάμεσα σε αυτόν και σε ό,τι αγαπούσε: τη μητέρα του, την ποίηση, το όνειρο, μία ζωή χωρίς δυστυχή περιστατικά. Επιστρέφοντας από το Λύκειο το 1839, ο Μπωντλαίρ αποφασίζει να ζήσει τη ζωή του ενάντια στις παραδοσιακές αστικές αξίες που ενσαρκώνει η μητέρα του και ο πατριός του. Αποπειράται να ταξιδέψει ως τις Ινδίες, αλλά τελικά αποτυχαίνει. Το ταξίδι αυτό, ωστόσο, πρόκειται να ερεθίσει την φαντασία και την έμπνευσή του.

Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι συνδέεται με τη Ζαν Ντυβάλ, μια νεαρή μιγάδα, η οποία θα τον μυήσει στις ηδονές, αλλά και στις πληγές του πάθους.

Έζησε στο Σεν Ζερμέν, στην οδό Πιγκάλ και στην οδό Άμστερνταμ, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές του σταθμού Σεν Λαζάρ που οδηγούν στο Ονφλέρ, όπου ζούσε η μητέρα του. Η σχέση του με το Παρίσι θα λέγαμε πώς είναι μια σχέση έλξης και απώθησης, ζήλιας και έντονου πάθους μαζί. Στις 15/10/1842 αποβιβάζεται στο Μπορντό ενήλικος πια λαμβάνει την πατρική περιουσία, ποσό που ανερχόταν σε 75.000 φράγκα και διάγει την πολυτελή ζωή πλούσιου μποέμ. Κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, ζει άστατη ζωή και το 1843 αρρωσταίνει από σύφιλη. Την ίδια χρονιά τίθεται υπό καθεστώς επιτήρησης από την οικογένειά του και θα λαμβάνει ένα μηνιαίο εισόδημα 200 φράγκων που θα του το παραδίδει ο συμβολαιογράφος που θα διαχειρίζεται την περιουσία του. Δημοσιεύει ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Μέσα στο 1845 κάνει δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Εξομολογείται ο ίδιος: «Σκοτώνω τον εαυτό μου γιατί είμαι άχρηστος στους άλλους και επικίνδυνος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Σκοτώνω τον εαυτό μου γιατί θεωρώ πως είμαι αθάνατος και ελπίζω…». Το 1847 ανακαλύπτει το έργο του Εντγκαρ Άλαν Πόε και αρχίζει να το μεταφράζει. Αρχίζει να συνθέτει πληθώρα ποιημάτων για τη συλλογή «Τα Άνθη του Κακού» που εκδίδονται το 1857 και στην συνέχεια καταδικάζονται μερικώς «για προσβολή των δημοσίων και των καλών ηθών. Από την αρχή μέχρι το τέλος τους, τα άνθη του κακού αποτελούν ένα δυνατό χτύπημα στη συνείδηση, μία γροθιά στο στομάχι των αδρανών συνειδήσεων, μια υπέρβαση του κομφορμισμού.

«Τα άνθη του κακού» είναι η εξέγερση του ανθρώπου μπροστά στις προκλήσεις που ορθώνονται. Όπως γράφει και ο ίδιος: «ζύμωσα λάσπη κι έφτιαξα χρυσάφι».

Στο ποίημα «Άλμπατρος»  συνοψίζεται ολόκληρη η κοσμοθεωρία του Μπωντλαίρ για τη θέση του ποιητή στον κόσμο και την λειτουργία της ποίησης (Το ποίημα ανήκει στο πρώτο κεφάλαιο της συλλογής «τα άνθη του κακού», που έχει τον τίτλο « Spleen et Ideal»).

Ένα πουλί άλμπατρος που πέταγε κοντά στο κατάρτι, χτυπήθηκε από τον καπετάνιο και μετά βασανιζόταν για μέρες από τους ναυτικούς που το κρατούσαν δεμένο από το πόδι, αιχμάλωτο στη γέφυρα του καραβιού. Όλοι γελούσαν μαζί του, με τον τρόπο που βάδιζε αιχμαλωτισμένο, με τα τεράστια φτερά του να σέρνονται στο κατάστρωμα. Ο Μπωντλαίρ βλέπει  στην εικόνα αυτού του τραυματισμένου, αιχμαλωτισμένου αλλά αγέρωχου πουλιού τον ποιητή που  κατασπαράσσεται στον αντιποιητικό, συμβιβασμένο και εγωιστικό κόσμο μας.

Όπως το περήφανο πουλί που ήταν ο κυρίαρχος του ουρανού παγιδεύεται στο κατάστρωμα του πλοίου και ταπεινώνεται από τους άξεστους ναυτικούς, έτσι και ο ποιητής υποφέρει.

Ο ποιητής είναι σαν τον πρίγκιπα των νεφών,

ιππεύει την καταιγίδα και περιφρονεί τον τοξότη.

Εξόριστος στη γη, ανάμεσα σε κοροϊδίες και προσβολές,

τα γιγάντια φτερά του τον εμποδίζουν να περπατήσει.

«L’ Albatros»

Η ζωή ένα καράβι που προχωρά μπροστά, καράβι που το παραμονεύουν κίνδυνοι άγνωστοι κι απρόβλεπτοι. Η  θάλασσα, όπως η ζωή, αχανής, ανεξερεύνητη, αφιλόξενη και απρόσιτη μάς παραπέμπει στις ανθρώπινες σχέσεις. Η θέση που επιφυλάσσει ο Θεός στον ποιητή:

                                    Γνωρίζω ότι μια θέση στον Ποιητή φυλάς

                                    Μες στις μακάριες τάξεις των Λεγεώνων των Αγίων,

                                    Κι ότι τον προσκαλείς εκεί που αιώνια γιορτάζουν

                                    Θρόνοι, Αρετές, Δεσποτείες. 

Ο Μπωντλαίρ υπέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό που τον ταλανίζει πάνω από όλα είναι ο εγωισμός και η μοχθηρία των ανθρώπων, η πνευματική τους παραλυσία και η απουσία συναίσθησης του τι είναι Ωραίο και τι είναι Καλό.

Αναφέρει ο Ζαν Πολ Σαρτρ: «Η πλήξη είναι ένα αίσθημα μεταφυσικό, το εσωτερικό τοπίο του Μπωντλαίρ και το αιώνιο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα, οι θυμοί και οι λύπες του. Και η νέα του περιπέτεια: βασανισμένος απ’ την προαίσθηση της αδιάψευστης μοναδικότητας του, κατάλαβε ότι αυτή η μοναδικότητα ήταν το ίδιον κάθε ανθρώπου. Ακολούθησε λοιπόν την οδό της οξυδέρκειας για ν’ ανακαλύψει το παράδοξο της φύσης του και το σύνολο των χαρακτηριστικών που μπορούσαν να τον καταστήσουν τον πιο αναντικατάστατο ανάμεσα στους ανθρώπους: αλλά αυτό που συνάντησε στην πορεία του δεν ήταν το ιδιαίτερο πρόσωπό του αλλά οι άπειρες μορφές της πανανθρώπινης συνείδησης. Αλαζονεία, οξυδέρκεια, ανία αποτελούν ένα και το αυτό: Μέσα σ’ αυτόν και παρά την θέληση του η συνείδηση όλων και του καθενός αγγίζει τα όριά της και αυτοαναγνωρίζεται».

Μελαγχολικό πρόσωπο, φλογισμένα μάτια, στόμα κουρασμένο, αυστηρότητα και ασκητικότητα. Έσκυψε στο ετερογενές υπόστρωμα της ρομαντικής θλίψης και ανίας, και απομόνωσε τη φλέβα του κακού. «Την είδε σαν ένα τέρας που ούρλιαζε μαζί με τα άλλα άγρια ζώα της καρδιάς.» Το θέμα του "Κακού" είναι το επίκεντρο της προβληματικής του αλλά και το θέμα του "Ωραίου". Σύμφωνα με τον Ρεμπό: «Ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός».

Πεθαίνει στο Παρίσι από πάρεση και αφασία το 1867.

Οι στίχοι του είναι για πάντα εδώ:

«Κάνε παιδιά, φύτευε δέντρα, Δούλευε στίχους, λάξεψε μάρμαρα»

« Άγγελοι ντυμένοι με χρυσό, με πορφύρα και υάκινθο

Ας είστε μάρτυρες, ω εσείς, ότι έκανα το καθήκον μου

 Σαν τέλειος αλχημιστής και σαν αγία ψυχή

 Γιατί έχω από κάθε πράγμα αποσπάσει την  πεμπτουσία

Μου έδωσες τη λάσπη σου και την έκανα χρυσάφι»