Ο εσώτερος Μάνος Χατζιδάκις

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 15.06.18 ]

«Σας καλωσορίζω. Από άσματος άρξασθε και περί άσματος ομιλείτε. Και θα δούμε τι θα βγει από αυτό. Εμένα μ’ ενδιαφέρει πολύ εσείς που είστε νεότεροι και διαφορετικών τάσεων να βοηθήσετε στο να δοθεί ένας σωστός ορισμός του τραγουδιού. Το τραγούδι είναι μια παρεξηγημένη έννοια, ιδιαίτερα στον καιρό μας και στον τόπο μας. Η άνθηση του τραγουδιού βοήθησε να δημιουργηθεί μια σύγχυση μοναδική. Σήμερα τραγούδι μπορεί να είναι και ένας λόγος του Παπανδρέου (σ.σ. του Αντρέα)...». Λόγια του Μάνου Χατζιδάκι σε πολύ νεώτερους ομοτέχνους που κηρύσσουν την έναρξη της συζήτησης περί τραγουδιού! Βρισκόμαστε στα 1985 και το περίφημο «πολιτικό τραγούδι» βρίσκεται στην κορύφωσή του, δηλαδή λίγο πριν την παρακμή του, και ακμάζει η μελοποίηση των ποιητών, σχεδόν οποιουδήποτε κειμένου. Και το ερώτημα που ταλανίζει την παρέα είναι: υπό ποιες προϋποθέσεις ένα κείμενο είναι ένα πιθανό τραγούδι; Ο Χατζιδάκις διατείνεται ότι ακόμη και μια είδηση σωστά διατυπωμένη μπορεί να γίνει τραγούδι και δεν ειρωνεύεται: «Μια φορά» λέει «είχα διαβάσει σε μια εφημερίδα ότι μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας στο Μιλάνο, όντας ολομόναχη, δεν ήθελε να ζήσει άλλο. Πήγε λοιπόν στην εκκλησία και προσευχήθηκε στην Παναγία να την πάρει. Την άλλη μέρα τη βρήκαν νεκρή. Αυτό είναι περισσότερο τραγούδι παρά είδηση...». Την εποχή που το πρόβλημα της μοναξιάς δεν είχε ακόμη αναδυθεί με τη σημερινή ένταση, το έβλεπε ίσως μόνο ο Μάνος Χατζιδάκις κι εκείνοι που με κόστος την γελοιοποίηση κραύγαζαν επί ματαίω πως «εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά». Όχι πως δεν υπήρχε και τότε η μοναξιά, αλλά ο συσχετισμός δύναμης των πολιτιστικών απόψεων όπως και των πολιτικών ήταν εις βάρος του Χατζιδάκι. Τότε κυριαρχούσε η άρση, το επικό τραγούδι και ο γερμανικός (με την εγελιανή έννοια) ρομαντισμός. Το αποκλεισμένο άλλο μισό της Ελλάδας έμπαινε στην κεντρική σκηνή με τα τραγούδια του, τα ήθη και γενικότερα την κουλτούρα του. Ο Μάνος Χατζιδάκις έπρεπε να περιμένει εκ νέου τη δική του ώρα, εκείνη που τα νερά της θάλασσας ησυχάζουν, τα κομμάτια της ψυχής ανασυντίθενται, οι καρίνες καθαρίζονται, ο συσχετισμός των αισθημάτων αλλάζει και όλα είναι έτοιμα για την επόμενη θαλασσοταραχή. Περιέργως πως, τα τραγούδια του Χατζιδάκι έχουν καταχωρισθεί ως  εσωτερικού χώρου, ως μουσική δωματίου, δηλαδή κατ’ εξοχήν ερωτικά, ενώ του Θεοδωράκη ως... εξωτερικού χώρου (δρόμος)! Δεν είναι τυχαίο ότι τα καταπληκτικά ερωτικά τραγούδια του Μίκη είναι εντελώς αγνοημένα, όπως και τα «μαρς» του Χατζιδάκι. Μια εξήγηση είναι το γεγονός πως το καλύτερο έργο του Χατζιδάκι είναι ο «Μεγάλος Ερωτικός», ενώ του Θεοδωράκη το Άξιον Εστί -Ο Χατζιδάκις επιμένει πως είναι ο «Επιτάφιος»- κι έτσι και οι δύο κατατάχτηκαν με  βάση την αιχμή του δόρατος του έργου τους καθώς και με την πολιτική τους στάση και τοποθέτηση. Αλλά ποια ήταν η πολιτική θέση του Χατζιδάκι; Ποια γνώμη είχε για τα πολιτικά κόμματα  και την άποψή τους για τον πολιτισμό; Ιδού πως απαντάει ο ίδιος: «... εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε τις απόψεις και το γούστο περί τέχνης, αυτά που πάνε να ισχύσουν βάσει της πολιτικής του τάδε κόμματος -ας λέμε των κομμάτων. Διότι αποδείχτηκε ότι δεν είναι έργο ενός κόμματος. Σήμερα τα πραγματοποιεί το ΠΑΣΟΚ επειδή είναι κυβέρνηση. Αργότερα θα μπορούσαν να τα πραγματοποιήσουν η ΝΔ ή το ΚΚΕ, αν ήταν κυβέρνηση. Δεν πιστεύω ότι θα υπήρχε καμία κυβέρνηση που θα ευαισθητοποιούσε τον κόσμο γιατί, μόλις ο κόσμος ευαισθητοποιηθεί, θα θελήσει να απαλλαγεί από την κυβέρνησή του-την οποιαδήποτε κυβέρνησή του» («Τέταρτο», Σεπτέμβριος 1985).