Μπεσαλικίου εγκώμιον

[ Θωμάς Κοροβίνης / Ελλάδα / 04.10.16 ]

«Δεν είσαι μπεσαλού, δεν είσαι μπεσαλού, έχεις το νου σου αλλού» 
(άσμα του Γιάννη Παπαϊωάννου)

Στ’ αρβανίτικα είναι η μπέσα. Το’ χαμε κάποτε ψωμοτύρι. Αν έχεις –ή κρατάς- μπέσα, είσαι μπεσαλής ή μπεσαλού. Και ξηγιέσαι μπεσαλίδικα. Αν δεν έχεις, είσαι μπαμπέσης ή μπαμπέσα. Και φέρνεσαι μπαμπέσικα. Η μπαμπεσιά για τον άγραφο ηθικό κώδικα του λαού είναι κατά παράδοσιν αίσχιστο παράπτωμα. Το κράτημα της μπέσας ήταν ο απόλυτος κριτής της βασιμότητας ή μη του ανθρώπου. Οι Ανατολίτες πρόγονοί μας, όπως όλοι οι λαοί που ζούσαν στην τουρκική Ανατολή- το λέγανε «σοζ», «λόγο» δηλαδή. Είχε ισχύ και στον κόσμο της κλεφτουριάς –ακόμη και μεταξύ εχθρών. Έχει παραδοθεί πως η Μπουμπουλίνα εναντιώθηκε σθεναρά σε ομάδα Ελλήνων πολεμιστών κι έσωσε απ’ το μαχαίρι το χαρέμι του Χουρσίτ κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς το 1821 –επειδή το ’χε τάξει στην αρχιχανούμισσα. 
Ο λόγος λειτουργούσε δίκην όρκου, και παραπάνω, άνευ μεταφυσικών φόβων. Αν τον έδιναν, τον τηρούσαν. Χωρίς πολλά «σου μου του», χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς παραφιλολογία και δίχως τζίφρες. Ήταν ο λόγος τιμής. Οι παραβάτες ή καταπατητές του στιγματίζονταν ισοβίως –και μετά θάνατον- και κανείς πια δεν τους έδινε πρόσωπο. 
Για πολλούς σημερινούς, το ίδιο κάνει, δίνουν-δε δίνουν τον λόγο τους. Δεν τον «δένεις» πια τον άλλο, κι αν τον αγαπάς, κι αν σ’ αγαπά, κι αν τον θεωρούσες μπιστικό σου, κι αν, αδερφό σου. Τώρα κυριαρχεί μια άλλη αξία –αξία απ’ την ανάποδη: Δεν έχει καμιά αξία για σένα αν, ποιούς και πόσους ρίχνεις. Δε σε αφορά. Μόνο όταν σε ρίχνουν ή νιώθεις πως σε ρίχνουν οι άλλοι, τότε βγαίνεις παραπονούμενος στην αναφορά λόχου, ντύνεσαι την στολή του ριγμένου, και πατάς delete. Δικαιοσύνη! 
Λοιπόν όταν ρίχνεις εσύ τους άλλους, εκείνοι σαν τι θες να κάνουν; Την πάπια, θα γουστάριζες. Να το δουν λες σαν ανάγκη σου, σαν ψυχολογική σου αδυναμία, σαν προσωπική σου επιλογή! Εσύ, ντεμέκ, είσαι πιο αδύναμος, πιο ευαίσθητος, πιο φιλάσθενος! Τα κορόιδα! 
Λέμε και ξελέμε λοιπόν και γυρίζουμε τα λόγια μας κι όλα είναι –τάχα- εντάξει. Αυτό κι αν είναι μέρος της κρίσης. Γιατί υπάρχουν κρίσεις και «κρίσεις». Και έπονται, καθώς δείχνει, κι άλλες κρίσεις. Τρισχειρότερες. Ελληνικότατες!(πέραν της τρέχουσας παγκόσμιας).
«Το καρφί βγαίνει αλλά η τρύπα μένει», λέει μια παλιά παροιμία. Με τρυπημένη την ψυχή και από τέτοια καρφιά, από χέρια προσφιλών, προχωρούμε. Κι έτσι χτίζουμε το επόμενο βήμα της κοινωνίας μας –πέρα απ’ την οικονομική μας αιμορραγία- χωρίς «πίστιν αλλήλοις», αποκαρδιωμένοι απ’ την αφερεγγυότητα, την ψευτιά, το πούλημα. Γιατί πώς να το πεις! Αν δεν το πεις κοροϊδία, θα το πεις κασκαρίκα, αλλιώς χουνέρι, πουστιά. Ηχούν βαριά, ε; Ας είναι. 
Μήπως έχει συμβεί μια μετάλλαξη ολοσχερής και δεν το πήραμε χαμπάρι; Μήπως τα θεωρούμε πια όλα «ξεπερασμένα;». Αρνηθήκαμε τα πατροπαράδοτα –που έσερναν βέβαια πίσω τους πολλά δεινά –και ηθικοληψίες και θρησκοληψίες και στείρους εθνοκεντρισμούς- μα διαφύλασσαν και δυο τρεις απόλυτες αξίες ζωής. Βάσει αυτών δεν ξεπουλούσαν την τιμή τους οι γιαγιάδες μας.
Η επίκληση –με ψύλλου πήδημα- της κρίσης είναι ένα σαθρό άλλοθι για να πατάει επάνω του ο αχόρταγος πλουτοκράτης που μοιράζει απολύσεις κι ο ξεπουλημένος πολιτικός. Όχι για μας, για να χάσουμε ό,τι απόμεινε απ’ την εσωτερική ομορφιά και το φιλότιμό μας. 
Ας περπατάμε προσεκτικά λοιπόν στο μονοπάτι των σχέσεων και των συνεργασιών. Για να μην πέφτουμε στις νάρκες που μας έχουν στημένες τα λογής αλλοτριωμένα υπερεγώ, -που είναι καμουφλαρισμένα δίπλα μας- μαστουρωμένα απ’ τον ναρκισσισμό, την υπεροψία και –προπαντός- τον κυνικότατο οπορτουνισμό τους.