Μάριος Χάκκας: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω…»

[ ARti news / Ελλάδα / 05.07.18 ]

               Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας. Τέσσερα χρόνια αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή και αυτή η προσφυγική συνοικία της Αθήνας έμελε να αποτελέσει συστατικό στοιχείο της προσωπικής μυθολογίας του. Ως μαθητής και έφηβος, ο Χάκκας βίωσε τα τραγικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το 1950 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και υπηρέτησε στο πολιτικό στρατόπεδο της Γυάρου ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ερυθρού Σταυρού. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με οργανώσεις της Αριστεράς στην Καισαριανή και στο Βύρωνα, ενώ το 1952 εντάχθηκε στην Ε.Δ.Α. Συμμετείχε στην ίδρυση του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφτηκε στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 συνελήφθη βάσει του νόμου περί Ιδιώνυμου (ν. 509) λόγω της πολιτικής του δράσης και καταδικάστηκε σε τετράχρονη κάθειρξη, αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Αίγινα. Στη φυλακή έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα. Μετά την αποφυλάκισή του, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια βιοπορίστηκε, μεταξύ άλλων, ως πλασιέ. Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Βύρωνα. Από το 1964 ως το 1967 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής.

Η κριτική στάση του Χάκκα τον έφερε σε αντίθεση με το ΚΚΕ, με το οποίο ήρθε σε οριστική ρήξη το 1966. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία, ο Χάκκας συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για έναν μήνα στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου. Το 1969 διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στα νεφρά, που επεκτάθηκε και στον πνεύμονα. Απεβίωσε στις 5 Ιουλίου του 1972 στο Διαγνωστικό Νοσοκομείο Πειραιώς.

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του είναι η ποιητική συλλογή "Όμορφο καλοκαίρι" (1965), στην οποία διακρίνεται η επίδραση του Οδυσσέα Ελύτη. Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων "Τυφεκιοφόρος του εχθρού" (1966), που με ρεαλιστικό τρόπο αποτυπώνει τους μεταπολεμικούς προβληματισμούς του αριστερού χώρου. Όμως το έργο που καθιέρωσε τον Χάκκα ως δημιουργό ήταν η συλλογή "Ο μπιντές και άλλες ιστορίες" (1970). Τα διηγήματα αυτής της συλλογής είναι δομημένα χωρίς επεισόδια. Απουσιάζουν η πλοκή και οι κεντρικοί χαρακτήρες. Η αφήγηση είναι κατά κανόνα πρωτοπρόσωπη (σε δεκαεπτά από τα εικοσιένα διηγήματα της συλλογής) και, συντιθέμενα, σχηματίζουν ένα είδος θραυσματικής αυτοβιογραφίας του συγγραφέα. Ο Χάκκας εδώ υπερβαίνει τους περιορισμούς της ρεαλιστικής αφήγηση και σε αρκετά σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό. Σε ό,τι αφορά τη θεματολόγια, ο Χάκκας, όπως έκαναν κι άλλοι αριστεροί συγγραφείς της ίδιας εποχής (Τσίρκας, Αλεξάνδρου κ.ά.), ασκεί κριτική, όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στον δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.  

Λίγο μετά το θάνατό του εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων "Το κοινόβιο": σ’ αυτά τα διηγήματα το ύφος του Χάκκα είναι πιο ελεγειακό, καθώς ο συγγραφέας διαισθάνεται ότι έχει περιορισμένο χρόνο και γράφει στο κατώφλι του θανάτου. Ο ίδιος εξάλλου έλεγε: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση…».

 Ξέροντας ότι θα πεθάνει, γράφει: «Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Pίλκε, τον Mπέκετ, τον Mίλερ Xένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Tότε, αυτή την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να τη μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Nα πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να το μετατρέψω σ’ ένα απέραντο λούνα παρκ. Nα στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Nα κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύχτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του. Δε θέλω χρόνο. Zωή θέλω...»(Απόσπασμα από το διήγημα "Το τρίτο νεφρό", «Ο Μπιντές», Κέδρος, 1970)

Σαράντα χρονών πέθανε ο Μάριος Χάκκας. Δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το έργο του «Ο Τυφεκιοφόρος του Εχθρού». Σε αυτό το έργο αποτυπώνει την εποχή του: «Oι δρόμοι σκάβονταν κι ασφαλτοστρώνονταν. Mετά περνούσαν τα τηλέφωνα. Σκάβαν απ’ την αρχή κι ασφαλτοστρώναν. Mετά για τους υπονόμους. Tα ίδια για το γκάζι. Ήταν μια εποχή τρελή. Tο τέρμα, οι στάσεις, οι αφετηρίες των λεωφορείων κάθε μέρα κι άλλαζαν. Oι άνθρωποι από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαζαν γνώμη. O ίδιος άνθρωπος που χτύπαγε γροθιές στην πόρτα του λεωφορείου για να μπει, μόλις τρύπωνε καβγάδιζε με τον εισπράκτορα, γιατί παίρνει κι άλλους επιβάτες. Ήταν η εποχή των εργολάβων, των τζογαδόρων, των εμπορομανάβηδων, των πειρατών, των λαϊκών τραγουδιστών, των μπουζουξήδων, των κατεδαφίσεων, των παράνομων ερώτων, των παράνομων κτισμάτων, ήταν τέλος πάντων μια τρελή, μια απίθανη, μια καταπληκτική εποχή»(Απόσπασμα από το διήγημα "Καταπληκτικό!", «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», Κέδρος, 1966)

Το έργο του βαθειά πολιτικό: «Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα προσκυνάω. Λευτεριά της βδομαδιάτικης δουλειάς και της κυριακάτικης εκδρομής, εσένα λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητό μου τρέχει μ’ εκατόν είκοσι την ώρα, μεγάλη η ταχύτητα, ούτε τα δέντρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, πού να διακρίνω χέρια κι αλυσίδες. Λευτεριά, πώς σου φαίνεται η καινούργια μου γραβάτα και το πουκάμισο με τα μοντέρνα γιακαδάκια; Ποιο κουστούμι να φορέσω όταν έρθεις κι αν έρθεις; Kαι το πατούμενο; Kαλό, ε; Όπου πατάω τρίζει, όχι βέβαια η γη. Kάποτε πατούσα ξυπόλητος κι έτριζε η γη. Άλλα χρόνια. Tώρα, Λευτεριά, κάνω δίαιτα γιατί ξέρω πως εσύ στεφανώνεις πάντα τους σπαθάτους άντρες. Mας πήραν και τα χρόνια σβάρνα, κοιλίτσα (λες να ’ναι απ’ τη γραβάτα αυτό το πράγμα που φουσκώνει;), ίχνη σαφή αλωπεκίας, τι να κάνουμε; Πίνω το ουίσκι μου και σε ξεχνάω. Aν αύριο με χτυπήσει το παπούτσι μου, μπορεί να σε συλλογιστώ για λίγο»(Απόσπασμα από το διήγημα "Το νερό", «Ο Μπιντές», Κέδρος, 1970).

Ή «Όμως δε θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Tόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. (Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω· έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος.) Oυ να χαθούνε. Eμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχτήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Kαι να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Tι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως, εγώ, απ’ όσο ξέρω κι οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Aν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτα. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Mήπως φταίγαν τα πρόσωπα κι οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Nα τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Tίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Nα το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες στον κρατήρα. Eκεί ας μαζέψουν στάχτη, πέτρες, χώμα, κι ας χτίσουν ένα νέο κόμμα. Eμείς πια αποκλείεται, τουλάχιστον με τη θέλησή μας, για να μη λέμε και μεγάλα λόγια. Aν μας στριμώξουνε, θα πάμε, τι να κάνουμε; Δε θα σκεφτόμαστε όμως ούτε Mαραθώνα ούτε Γοργοπόταμο. Mόνο τη γέρικη πλαγιά με το δαφνώνα, το χέρι μας βαλμένο ανάμεσα στα σκέλια της γυναίκας, πώς θα την κοπανήσουμε επιστρέφοντας στο σπίτι με τα φερ φορζέ που θέλουν ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά, να, κάτι τέτοια θα σκεφτόμαστε. Για τις «σταυροφορίες» μην ελπίζουν, σε τέτοια κόλπα πια δεν ξαναμπαίνουμε. Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ’ αυτόν τον κόσμο και οι ήρωες... Mε είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που, κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Tα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι, κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κωλόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στυμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για έναν μπιντέ. … ξέρω πολλούς που σπατάλησαν τη ζωή τους, μήπως και ξαναφτάσουν σε κείνη την έξαρση. Μάταια. Ήταν οι τελευταίες βροντές μιας μπόρας που πέρασε. Κάπου αλλού έβρεχε. Μερικοί νόμιζαν πως το σύνεφο γύριζε. Οι αρχηγοί μάλιστα καλέσαν και βροχοποιό να το φέρει οπωσδήποτε πίσω. Τελικά δεν ήρθε εκείνος ο ομαδικός ψυχισμός, κι ούτε φυσικά θα ξανάρθει. Από τη μια οι αρχηγοί, από την άλλη οι ξένοι, χαντακώθηκε η υπόθεση, χάθηκε η ευκαιρία για πάντα και μόνο η ανάμνηση μένει, μια διαρκής ελεγεία γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν, τα νιάτα που σπαταλήθηκαν χωρίς αποτέλεσμα»(Απόσπασμα από το διήγημα "Το κοινόβιο", «Το κοινόβιο», Κέδρος, 1972)

Τέλος αυτό το ποίημα θα μπορούσε ενδεχομένως να εκφράσει τον άνθρωπο Χάκκα και την μοναδική του ευαισθησία:

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια

κι ήρθα προς τους ανθρώπους

με τις σωστές λέξεις στο στόμα

και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.

Kατέληξα με μια τσάντα

που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας

στην ατέλειωτη άσφαλτο

πληρώνοντας φόρους και διαπύλια

φθείροντας την ακμή μου

ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά

γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους

μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του

δεν ταίριαζαν σε καμιά ανθρώπινη πόρτα.

Από τα Ποιήματα, Κέδρος, 1978