Ιάννης Ξενάκης: Το τραγικό τέλος

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 04.02.19 ]

Ήταν ένα χρόνο πριν το θάνατο του Ξενάκη. Είχε τότε βραβευτεί για τη συνεισφορά του στη μουσική. Το βραβείο το παρέλαβε η κόρη του Μα. Τον θαύμαζα πάντα. Κυρίως με ενθουσίαζε η αρμονική συνύπαρξη της πνευματικότητάς του με τη συμπαγή και ισορροπημένη συναισθηματική του νοημοσύνη. Γι’ αυτό επιχείρησα να έχω μια τηλεφωνική συνέντευξή του για την εφημερίδα στην οποία εργαζόμουν τότε. Βρήκα τον αριθμό του τηλεφώνου του σπιτιού του στο Παρίσι από τον πιστό φίλο του στην Ελλάδα Κώστα Μόσχο. Στο τηλέφωνο απάντησε η Φρανσουάζ, η σύζυγός του. Μου φάνηκε παρά την τυπική γαλατική της ευγένεια, ότι ήθελε να αποφύγει την συνομιλία. Μου είπε ότι ο Ξενάκης «είναι άρρωστος και δεν μπορεί να μιλήσει», ότι είχε μια κρίση ζαχάρου και άλλα τέτοια. Είχα αρχίσει να θυμώνω. Περιέργως πως ενεργοποιήθηκε η προκατάληψή μου για τον γαλλικό σνομπισμό και αισθάνθηκα ότι δεν ήθελε να έχει ο σύζυγός της επαφή με την Ελλάδα και τους "εξοτίκ" συμπατριώτες του. Αλλά και ότι ήθελε να τον προφυλάξει από κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Ξαφνικά στην τηλεφωνική γραμμή ακούγεται μια ανδρική φωνή: «Αλό». Προφανώς ο Ξενάκης της είχε πάρει το ακουστικό απότομα από τα χέρια. Του μίλησα αμέσως ελληνικά, του είπα πως είμαι Έλληνας και ότι τηλεφωνώ από την πατρίδα και πως ήθελα να τον συγχαρώ για το βραβείο. «Ποιο βραβείο;» με ρώτησε με γλώσσα περίεργα αποσυντονισμένη. Ύστερα όλα χάθηκαν. Πλήρης ασυνεννοησία. Μόνο όταν τον ρώτησα πότε θα έρθει στην Ελλάδα: «ναι, πότε;» με ρώτησε!

Κατάλαβα όταν πέθανε. Τότε έμαθα για το Αλτσχάιμερ. Ύστερα διάβασα το βιβλίο που έγραψε η αφοσιωμένη μέχρι το τέλος Φρανσουάζ που τόσο ασυγχώρητα είχα παρεξηγήσει. Πρόκειται για τις σημειώσεις ενός τραγικού τέλους. Ένα τέλος που ήταν τόσο άδικο όσο και η τσακισμένη παιδική και νεανική ηλικία του Ιάννη Ξενάκη. Ένα αφήγημα χωρίς χρονολογική σειρά γιατί μιλάει «για μια ασθένεια που συνίσταται σε επαναλήψεις, που είναι φτιαγμένη από την αταξία μέσα στο χρόνο». Κι ανάμεσα, οι αναμνήσεις μιας ωραίας ζωής, με τις περιπετειώδεις συνήθειες και τον έρωτα για τη θάλασσα ενός αμιγώς μεσογειακού αλλά και καβαφικού Οδυσσέα, τον οποίο, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει πάντα το βόρειο ταμπεραμέντο μιας γυναίκας που «δεν αγαπούσε τη θάλασσα».

«Όταν αρχίσει κανείς να μαθαίνει πως να ζει, είναι ήδη πολύ αργά», έλεγε η Φρανσουάζ. Κι εκείνος απαντούσε ειρωνικά: «Και λοιπόν;», εισάγοντας το μεγάλο Τίποτα, το «και μετά;» της έσχατης ματαιότητας. Απαντήσεις που σε αφήνουν μετέωρο, εντελώς άχρηστο εσένα και τον τρόπο σκέψης σου. Ο Ξενάκης, αυτό το καταπληκτικό μυαλό, «χτυπήθηκε» ακριβώς στο δεξιό μπροστινό λωβό του εγκεφάλου: άνοια, άτυπο Αλτσχάιμερ, «χάσμα του παρασυμπαθητικού αδένος», κι άλλοι όροι για να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Έφυγε «χωρίς βούληση», αυτός που ήθελε να φύγει με το δικό του τρόπο, εκείνον τον ανεπιτυχή τρόπο του Κώστα Καρυωτάκη: «Όταν δεν θα μπορώ πια να εργαστώ, όταν δεν θα έχω τίποτ’ άλλο να πω, θα σας εγκαταλείψω... Θα πέσω στη θάλασσα και θα κολυμπήσω μέχρι να εξαντληθώ...», έλεγε. Ο εκφυλισμός του εγκεφάλου αρχίζει με τον τρόπο που ξύνονται και καταστρέφονται ένα ένα τα αλλεπάλληλα στρώματα ενός παλίμψηστου, μέχρι που καταλήγει στην παιδική ηλικία. «Όλο και συχνότερα πιστεύει πως η Μεσόγειος είναι ο Δούναβης (σ.σ. ο Ξενάκης γεννήθηκε στη Βουδαπέστη), το ποτάμι της παιδικής του ηλικίας... αλλά εγώ ήθελα να πειστώ, ήθελα να τον βγάλω απ’ τους δρόμους της σύγχυσης», λέει η Φρανσουάζ, αρνούμενη να αποδεχθεί ως τετελεσμένη την κατάστασή του. «Του διηγούμαι μια παράσταση στις Μυκήνες, το βουνό των Ελλήνων θεών» (σ.σ. ποιος νοιάζεται για τα λάθη εδώ), είναι το δικό του έργο, αλλά εκείνος το αρνείται. Και μετά η αποδοχή του ανεπίστρεπτου που έφερε ένα είδος γαλήνης. Μπορούσαν τώρα να μιλάνε ακόμα, αλλά μόνο με το σώμα, μ’ ένα χαμόγελο, ένα τρυφερό σφίξιμο του χεριού. Και το τέλος, η ανακούφιση για τον υγιή, το τέλος μιας αναξιοπρεπούς «ζωής» για τον ασθενή. Αλλά τι είναι αξιοπρέπεια για τον άνοα; ίσως να ρωτούσε ο Ξενάκης. Ε, λοιπόν, ναι, αυτό είναι ο άνθρωπος, ένας δημιουργός. Και προπάντων μέρος της Φύσης. Ο Ξενάκης μπορεί να είχε ξεχάσει τα πάντα, αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ τα πουρνάρια που είχε φυτέψει στην Κορσική... Το ίδιο και ο πατέρας μου, ξέχασε τα πάντα, εκτός από τα δέντρα και τις τριανταφυλλιές που είχε φυτέψει...