Δημήτρης Χατζής: Το «Τέλος της μικρής μας πόλης»

[ ARTI news / Ήπειρος / 01.05.19 ]

Οι πόλεις αποτελούν δελεαστικούς τόπους για τη λογοτεχνία, που εμπνέουν και και επηρεάζουν με καταλυτικό τρόπο τους συγγραφείς. Ο Δημήτρης Χατζής, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας, γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1913 κι έγραψε γι’ αυτά στο πιο πολυσυζητημένο ίσως βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης». 

Γιος του Γεωργίου Χατζή, ποιητή και εκδότη της εφημερίδας «Ήπειρος», ο Δημήτρης ή Τάκης Χατζής αναγκάστηκε να διακόψει το 1930 τη φοίτησή του στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας, για να αναλάβει, μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, τη συνέχιση της εκδοτικής του δουλειάς. Στα Γιάννενα ο Χατζής τελείωσε τη Ζωσιμαία Σχολή, στα Γιάννενα ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Αριστερά, για να ενταχθεί το 1935 στους κόλπους του ΚΚΕ, στα Γιάννενα συνελήφθη από το καθεστώς Μεταξά, λίγο προτού δραστηριοποιηθεί στο ΕΑΜ.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου, ο Χατζής κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας πρώτα στη Ρουμανία, όπου το 1953 τυπώθηκε «Το τέλος της μικρής μας πόλης», και εν συνεχεία στην Ουγγαρία. Ο συγγραφέας πέρασε για ένα διάστημα και από το ανατολικό Βερολίνο, για να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1975 και να αναπτύξει πλούσια δράση σε όλα τα επίπεδα. 

Ο Χατζής πέθανε το καλοκαίρι του 1981 στη Σαρωνίδα. Παρά τις αλλεπάλληλες περιπέτειες και τις πολλαπλές μετακινήσεις του, δεν ξέχασε ποτέ τα Γιάννενα, που αντιπροσωπεύουν στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» μια περίκλειστη και αγκιστρωμένη στο παρελθόν κοινωνία: μια κοινωνία που αρνείται πεισματικά να συνειδητοποιήσει τη ραγδαία μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Τα πάντα όμως, θα μεταβληθούν τελικά - και κάτι τέτοιο δεν θα βρει διόλου αντίθετο τον συγγραφέα, που θα δείξει πώς οι παλαιές (ακόμα και αντιδραστικές) δυνάμεις της πόλης θα χάσουν βαθμιαία όλο το κύρος και την ισχύ τους. 

Πρώτα είναι οι ταμπάκοι, η συντεχνία των βυρσοδεψών, που κάποτε ζούσαν ασφαλείς στο εσωτερικό του Κάστρου, στα ανατολικά της λίμνης. Τώρα, ωστόσο, η δουλειά και η αμεριμνησία τους έχουν τελειώσει και όλα οδηγούν στην εξαφάνισή τους. Και τα μικρομάγαζα πάντως, στην άκρη της πόλης, δεν θα έχουν καλύτερη μοίρα. Ο αφανισμός καραδοκεί και εδώ, παρά τα οικονομικά παιχνίδια που παίζονται ύστερα από το άνοιγμα του μεγάλου δρόμου στην περιοχή. 

Γιατί ο δρόμος θα αναγγείλει μια πέρα για πέρα διαφορετική εποχή, όπου δίκαιοι και άδικοι θα πρέπει, αν θέλουν να επιζήσουν, να αλλάξουν… δέρμα. Και ο πόλεμος, εντούτοις, δεν θα αργήσει να φέρει τις δικές του, απολύτως καθοριστικές αλλαγές. Σε μια πόλη όπως τα Γιάννενα, που βρίσκεται μια ανάσα από το αλβανικό μέτωπο, τα πάντα θα είναι δυσβάστακτα: οι βομβαρδισμοί, η καθημερινή φρίκη στους δρόμους, οι νέοι που λείπουν στον πόλεμο, οι γηραιότεροι που υποφέρουν, η είσοδος των Ιταλών και -το χειρότερο όλων- η λειτουργία της μαύρης αγοράς. Με μια διαφορά: ότι στην άκρη αυτής της μαύρης γραμμής θα προβάλει ο μεταπολεμικός κόσμος, που θα οδηγήσει τους ανθρώπους σε μιαν εντελώς καινούργια ρότα, στην οποία δεν θα βαδίσει η εβραϊκή κοινότητα της πόλης, αφού θα επιλέξει την αυτοκαταστροφή.

Ζώντας μέσα στο Κάστρο, γύρω από τη Συναγωγή, και παρασυρμένοι από τον θρησκευτικό τους ηγέτη Σαμπεθάι Καμπιλή, οι Εβραίοι των Ιωαννίνων θα πέσουν ανυπεράσπιστοι στα χέρια των ναζί και θα εξοντωθούν μέχρις ενός στα κρεματόρια της Γερμανίας, αγνοώντας τα προειδοποιητικά μηνύματα του Γιοσέφ Ελιγιά, που θα μπορούσε να συμβάλουν στη σωτηρία τους. Και ιδού, σαν επίλογος, το πώς περιγράφει ο συγγραφέας την καταστροφική μορφή και παρουσία του Σαμπεθάι Καμπιλή:

«Δεμένους με τα χίλια σκοινιά του, δίβουλους και τρομαγμένους, ο Σαμπεθάι Καμπιλής τους κράτησε κει, με χίλιους τρόπους, με μηχανές κι ελπίδες και με φοβερίσματα, να μη σκορπίσουν μονάχα, να μην του φύγουν. Και τους προφτάσαν, εκεί. Και τους πήραν όλους: και τον κουφό το χαχάημ και τις γριές και τους γέρους και κείνους που θέλανε να δουλέψουνε το Σάββατο και τους άλλους όλους που δεν πιάνανε τη φωτιά και τα μικρά τα παιδιά τους με τα σπυριά και του Σαμπεθάι Καμπιλή τα παιδιά και το Σιέμο και τον ίδιον τον Σαμπεθάι Καμπιλή. Και χαθήκαν όλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, έξω από κείνους τους λιγοστούς, μετρημένους στα δάχτυλα - που δεν θέλησαν ν’ ακούσουν τον Σαμπεθάι Καμπιλή και τα σπάσανε τα σκοινιά του και φύγανε, κρύφτηκαν μες στους Ρωμιούς ή πήγανε στο βουνό που τους φώναζαν οι εαμίτες. Μέσα σε λίγες ώρες η κοινότητα των Εβραίων βούλιαξε ακέρια. Με τη Συναγωγή της, τα μαγαζιά της, τους παράδες τους μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δεν έμεινε τίποτα. Η μικρή μας πόλη με πιασμένη την ανάσα άκουσε το σπαραγμό και το θρήνο που υψώθηκε απ’ τα οβραίικα. Είταν ο ύστατος θρίαμβος του Σαμπεθάι Καμπιλή».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ