Για τον Σικελιανό

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Ελλάδα / 19.06.20 ]

Ο Σικελιανός έφυγε πικραμένος και φτωχός από την επίσημη μετεμφυλιακή Ελλάδα, στις 19 Ιουνίου του 1951. «Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε», θα δηλώσει ο Νίκος Καζαντζάκης μετά τον θάνατό του.

Ο Κλέων Παράσχος, σκιαγραφεί το προφίλ του ποιητή: «[…] Γύρω του είχε δημιουργηθεί ένας μύθος. Είχα ακούσει να μιλούν για την ομορφιά του, για τις βασιλικές χειρονομίες που είχε στο σκόρπισμα του χρήματος, για έρωτες και για ταξίδια, για ένα σωρό περιστατικά, παράξενα, μισοπιθανά, μισοαληθινά… Από κοντά είδα ότι κρατιόταν άνετα στο ύψος του θρύλου του. Είχε μιαν ομορφιά Απολλώνια… και ανάδινε ολόκληρος κάτι το βαθιά ποιητικό. Η βροντερή του φωνή και το ηχερό του γέλιο… ήταν απόλυτα συντονισμένα με την όλη προσωπικότητα, ήσαν τα πιο αδρά φανερώματα μιας πλουσιότατης ζωικής αναύρας… Μου μένει ακόμη στο νου, ο τρόπος που είχε ο Σικελιανός να δείχνει οικειότητα, κρατώντας πάντα την απόσταση. Το ντύσιμό του κομψό, φανέρωνε κάποια επιτήδευση… μα το κύμα της ζωής πηδούσε ακράτητο από μέσα του και παράσερνε όλους και όλα… Η ομιλία του ήταν ένας κρουνός χαράς κι ευτυχίας, μα πολύ «τεντωμένη», πολύ αδιάπτωτα κρατημένη στη διαπασών, αυστηρή πάντα και σοβαρή, με λίγα παιγνιδίσματα, μ' αριούς τόνους ζεστούς και οικείους…Η πίστη στον εαυτό του ήταν απέραντη… Το μεταφυσικό πρόβλημα το ´χε λύσει. Θάνατος δεν υπήρχε για τον Σικελιανό. Όλα ήσαν ζωή[…]».

Στην ποίησή του ο Όμηρος συνομιλεί με τον Αλαφροΐσκιωτο. Στα ποιήματά του χριστιανικά συμβολα και εικόνες συνδυάζονται με την παγανιστική αποθέωση της φύσης και το μυστικιστικό υπόβαθρο, η περίπλοκη συντακτική ανάπτυξη με τις τεράστιες παρομοιώσεις, ο Χριστιανικός και ο Δελφικός κόσμος, ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός, ο λυρισμός με το διονυσιακό πάθος.

Ο Σικελιανός θέλησε να συγκεράσει τις παραδόσεις του ελληνισμού (αρχαιοελληνικές-χριστιανικές- λαϊκές). Είχε πίστη στην ενότητα, τη σφαιρικότητα του παντός, στη σύμπτωση της  ψυχής του ποιητή με το κέντρο του παντός. Όραμά του ενας καθολικός θρησκευτικός μύθος που θα ένωνε τις πρωτογονικές μητριαρχικές θρησκείες με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τον χριστιανισμό. Με την ποίησή του αναδεικνύει την πληθωρικότητα της ζωής, την αυθεντική βίωση της παράδοσης και τη χάραξη οικουμενικών οραμάτων.

Στο έργο του συναντάμε απόηχους από τον Όμηρο και τη λυρική ποίηση, τους Ορφικούς και την παράδοση των Ελευσινίων Μυστηρίων, τον Πυθαγόρα και Ησίοδο, τους τραγικούς, τον Ηρόδοτο και το Θουκυδίδη, τους προσωκρατικούς και τον Πλάτωνα, τον Καλλίμαχο,τον Πλούταρχο, τον Λουκιανό και  τον Πλωτίνο, τον Ιάμβλιχο και τον Πρόκλο, τον Νίτσε και τον Σπινόζα, τον Κίκεργκαρντ, Χαϊντέγκερ αλλά και τους Γουίτμαν, Ελυάρ, Βαλερί, Ρίλκε, Ρεμπώ.

Στο γύρισμα από τον 19ο στον 20όν αιώνα, ο Σικελιανός εντάσσεται στο "διονυσιακό κίνημα". Συνοδοιπόροι του ο Κώστας Βάρναλης και ο Νίκος Καζαντζάκης. Η γνωριμία το 1914 με τον Νίκο Καζαντζάκη, θα αποτελέσει μια νέα σελίδα για την ζωή του. Η Ελένη Καζαντζάκη, στο βιβλίο της «Ο ασυμβίβαστος», σκιαγραφεί τους δυο φίλους, γράφοντας: «Ο Ιόνιος βάρδος, γλυκός κι αστραποβόλος, κατανυκτικός σαν τους πρίγκιπες της Αναγέννησης, καλύτερα σαν αρχιερέας κάποιας ασιατικής θεότητας, με τη φαρδομάνικη πάλλευκη μεταξωτή πουκαμίσα του… και ο Κρητικός, γιος χωρικού με τις λεπτές κλειδώσεις, ντροπαλός, ντυμένος από τα ξημερώματα με το μπλαβό ντρίλινο παντελόνι της αργατιάς και το πορτοκαλί του πουκάμισο… κι οι δυο άνετα μπρος στους ισχυρούς ή τους απόκληρους της γης μας, κι οι δυο πάνω από το κοινό μέτρο, κι οι δυο άρχοντες στο γέλιο».

Γράφει ο Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο: «Ήταν πολύ ωραίος και το ´ξερε. Ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ‘ξερε. Είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό, ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική, δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών, με το τίναγμα των φτερών έφτανε στην κορυφή… Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος[…].

 Στα σχέδια τους ήταν να επισκεφτούν τις Ινδίες, την Σοβιετική Ένωση και την Ιερουσαλήμ και να ιδρύσουν ένα πνευματικό «κοινόβιο». Ωστόσο, οι προσανατολισμοί της ζωής και του έργου τους αλλάζουν, με τον Σικελιανό να αφοσιώνεται στην Δελφική προσπάθεια. Για τις δεύτερες Δελφικές γιορτές, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Θ. Ξύδη [49], «οι Σικελιανοί ξόδεψαν τόσα χρήματα, όσα θα ήταν αρκετά για να αγοραστεί όλη η Αττική».

Ονειρεύτηκε έναν συνεργατικό ειρηνικό πολιτισμό, που βασίζεται στην ισορροπία φύσης-κουλτούρας, ατόμου-κοινωνίας, μυστικισμού-ορθολογισμού.

Το έργο του αυτό, έμεινε ανολοκλήρωτο. Η μαρτυρία του ποιητή στον πρόλογο του «Λυρικού βίου», ίσως αποτελεί απάντηση σ´αυτό: «Αλλ' η ποίηση μου, -καθαρή υπαρξιακή διαλεκτική, οργανική και άμεση επαλήθευση του πιο ενδόμυχου πνευματικού παλμού μου, ξένη απόλυτα προς κάθε ευφήμερη εξωτερική φιλοδοξία-, δεν μπορούσε βέβαια να υποταχθεί σε σχέδιο a priori οργανωμένο μιας οιασδήποτε προσπάθειας λογοτεχνικής… από την ώρα που η τριγύρω μου καθολική κινούμενη ιστορία, μ´ έκανε να στρέψω ολόκληρη την προσοχή μου -όχι έξω, αλλά στο κέντρο της ανένδοτης ροής των γεγονότων, που υπάκουαν σε συνθήματα εντελώς διασπαστικά».

Βλέποντας ο Σικελιανός τον φασισμό να απλώνεται στην Ευρώπη, ενώνει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα, εκφωνεί στο ραδιόφωνο το «εμβατήριο» του, και το 1941 εντάσσεται στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, -βοηθώντας στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», -τα οποία κυκλοφορούν παράνομα σε εκατό αντίτυπα-, δημοσιεύοντας παράλληλα σε έντυπα του απελευθερωτικού αγώνα, -όπως στην εφημερίδα «Ελευθερία»-, και άλλα ποιήματα για το «Νέο Εικοσιένα» -όπως ό ίδιος αποκαλεί το ΕΑΜ.

Γράφει ο Λουντέμης: «[…]Ήταν θεός; Ήταν άνθρωπος; Πού να το ξέρεις… Δεν έκανε κανένα θάμα. Για άνθρωπος, ωστόσο, του ‘πεφτε κάπως λίγο. Δεν έκανε καμιάν ασκήμια. Ήταν Ποιητής. Αυτό τα λέει όλα.». Μέσα στη ζωή του γεύτηκε τα πλούτη και την φτώχεια. Κάποιοι τον είχαν χαρακτηρίσει εγωκεντρικό αλλά ήταν και μεγαλόψυχος».

Ανέβηκα —φίλος

ανήφορων— όλες

τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,

γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου:

το γεράκι που επέρνα,

το σύννεφο στον αγέρα,

το διάστημα

που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.

Πόσο φως εποτίστηκεν

η κρυφή δύναμή μου!

Αξίζει να θυμόμαστε αυτόν τον μεγάλο ποιητή που υπήρξε ποιητής οραματιστής, προφήτης, φιλόσοφος, ιερέας, μύστης. Αυτόν που στην ποίησή του ύμνησε τη φύση και τις αρχαίες ελληνικές θεότητες, το δημοτικό τραγούδι και τα ομηρικά έπη, την γυναίκα,την Ελένη, την Καλυψώ και την Παναγία, τη γη,την φυλή,την ποίηση, τον έρωτα, τον θάνατο.