ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Το πάρκο που θυμόταν Έκανε την συνηθισμένη διαδρομή. Ξαφνικά ένας ήχος ακούστηκε και οι χοντρές, ορθογώνιες πλάκες που κάλυπταν τους διαδρόμους του πάρκου ανασηκώθηκαν ελαφρώς, σταματώντας μπροστά από τα πόδια του Μύρωνα. Ο ήχος ερχόταν από τον περιφραγμένο χώρο με τους πέτρινους τοίχους και την σιδερένια καγκελόπορτα. Τον ήξερε αυτόν τον χώρο· τον εντυπωσίαζαν οι ψηλές μαρμάρινες στήλες. Δεκάδες μπάλες ποδοσφαίρου είχαν προσγειωθεί εκεί, ύστερα από δυνατά σουτ, οι οποίες εξαφανιζόντουσαν αυτοστιγμεί. Ο Μύρωνας σκαρφάλωσε, πατώντας στα σιδερένια τετράγωνα της πόρτας, ώσπου τα βήματά του τον έφεραν μπροστά στον πέτρινο τοίχο.
— Τι κοιτάς; ακούστηκε μια ραγισμένη από τα χρόνια φωνή. Ο Μύρωνας είδε τις πέτρες του τοίχου να ακολουθούν η μια την άλλη και σχηματίζουν μια έντονη, στριφογυριστή γραμμή.
— Έχεις ξανάρθει εδώ, συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο η φωνή.
— Πώς γίνεται να μιλάς; απόρησε ο Μύρωνας.
— Τα πάντα μιλούν, αρκεί να έχεις τη θέληση και τον χρόνο να τα ακούσεις. Παντού υπάρχει μια ιστορία! Η πέτρινη γραμμή γύριζε τώρα πιο έντονα.
— Και ποια είναι η δική σου; αναρωτήθηκε ο Μύρωνας.
— Ήταν 200. Είχαν το πρόσωπο ψηλά. Το βλέμμα καρφωμένο στον ήλιο. Το βήμα ανάλαφρο. Σαν τώρα τους θυμάμαι. Όλοι τους πέρασαν από μπροστά μου. Ήταν αθώοι, άφθαρτοι, ελεύθεροι. Ένιωθες πως την ελευθερία τους αυτή, κανείς δεν μπορούσε να την αγγίξει, να την μολύνει, να την μαυρίσει. Στα χέρια τους κρατούσαν χαρτιά διπλωμένα σαν περιστέρια, για τους δικούς τους ανθρώπους, που πάντα θα τους περιμένουν. Μακρόστενες φλόγες από κερί πετούσαν από πάνω μας εκείνη την μέρα. Κι έτσι έφυγαν ελεύθεροι, ανίκητοι, αιώνιοι…
Άργησα να καταλάβω. Κάποια στιγμή ακούστηκαν ρόδες φορτηγών να σπάνε τη γη, να απομακρύνονται. Αχνό, θυμάμαι, ήταν το κελάϊδισμα των πουλιών, όταν ο ήλιος στάθηκε στη ράχη του λόφου, παπαρούνες άρχισαν να ξεπετάγονται ανάμεσα τους από το χώμα. Ο Μύρωνας έμεινε να κοιτά τον τοίχο σιωπηλός. Ακόμη και η σιωπή είχε κάτι να πει. Μια πνιχτή σιωπή, όμοια με αυτή που πηγαινοερχόταν τις μακρινές εκείνες μέρες στα χαμηλά σπίτια της περιοχής. Περνούσε με άνεση μέσα από τη στέγη, τη καμινάδα της σόμπας, τις γρίλιες του παραθύρου και τύλιγε σφιχτά τις ψυχές εκείνων που έμεναν πίσω.
— Πως τα θυμάσαι όλα τόσο καθαρά; ρώτησε έκπληκτος ο Μύρωνας. — Οι παπαρούνες που ανθίζουν αυτή την εποχή κουβαλούν τις μνήμες, τόνισε η πέτρινη γραμμή γινόταν όλο και πιο λεπτή.
— Άκου τον ήχο πού κάνουν τα ροδάκια από τις σχολικές τσάντες των παιδιών στο πλακόστρωτο. Με γεμίζει ελπίδα, ζωντάνια και δείχνει τη συνέχεια.
Η πέτρινη γραμμή έσβησε. Καθώς ο Μύρωνας απομακρύνονταν, άκουσε έναν ήχο γνωστό. Όταν γύρισε είδε μπάλες ποδοσφαίρου να πετάγονται μέσα από τον περιφραγμένο χώρο και να προσγειώνονται στο πράσινο χορτάρι του πάρκου.

