Τζέσε Τζέημς, ο ληστής που απήγγειλε Σαίξπηρ

[ ARTI news / Κόσμος / 05.09.20 ]

Αδίστακτος φονιάς για κάποιους και ευγενής κοινωνικός ληστής για κάποιους άλλους, ο διαβόητος παράνομος Τζέσε Γούντσον Τζέιμς γεννήθηκε στο Μισούρι στις 5 Σεπτεμβρίου 1847.

Ο Τζέσε Τζέιμς έμεινε στην ιστορία σαν ένας από τους σύγχρονους Ρομπέν των δασών. Γιος ιερέα, που εγκατέλειψε την οικογένειά του και χάθηκε στα χρυσωρυχεία της Καλιφόρνια, θα μεγαλώσει με τους πατριούς του, αφού η μητέρα του παντρεύτηκε τρεις φορές.

Ο Τζέσε θα ακολουθήσει τον μεγαλύτερο αδερφό του Φρανκ που είχε ενταχθεί στην αντάρτικη ομάδα της Συνομοσπονδίας του Νότου του Φερνάντο Σκοτ. Αυτό θα συμβεί όταν οι πολιτοφύλακες των Βορείων κυνηγώντας τον Φερνάντο Σκοτ, επέδραμαν στη φάρμα του δόκτορος Ρόιμπεν Σάμιουελ, όπου αφού βασάνισαν όλη την οικογένεια και τον πατριό του Τζέσε και του Φρανκ προκειμένου να τους αποκαλύψει την κρυψώνα των ανταρτών, τον κρέμασαν. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε ένα ακόμα σκληρό πλήγμα για τα δύο αδέρφια, που μέσα σε μια δεκαετία είχαν δει τον πατέρα τους να πεθαίνει, τον πρώτο πατριό τους επίσης, τον εμφύλιο, τον τόπο τους να υποτάσσεται στη βούληση των Βορείων, και τώρα την εκτέλεση του δεύτερου πατριού τους, του ανθρώπου που με την καλλιέργειά του τους γαλούχησε σε ένα κόσμο διαφορετικό, εκείνο των γραμμάτων. Από εδώ προκύπτει και το γεγονός πως ο Τζέσε θεωρήθηκε ένας από τους «διανοούμενους» του χώρου του, που μάλιστα συνήθιζε να απαγγέλλει στίχους του Σαίξπηρ μετά από κάθε παράνομη πράξη του.

Η πρώτη παράνομη πράξη του θα πραγματοποιηθεί ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου του 1866, όταν ο Τζέσε και ο αδερφός του θα κάνουν ληστεία τράπεζας μέρα μεσημέρι! Έκτοτε, θα δημιουργήσουν μια μακρά ληστρική παράδοση.

Η τόλμη των ληστειών του θα τον έκαναν σύντομα λογοτεχνικό ή μάλλον παρα-λογοτεχνικό ήρωα, αφού η παρα-λογοτεχνία ταιριάζει στην παρα-νομία! Εδώ θα τονισθεί η ρομαντική και κοινωνική πλευρά του ληστή που κλέβει (απαλλοτριώνει) τους πλούσιους και τα δίνει στους φτωχούς. Η δράση του είχε πάντα και τον πολιτικό μανδύα του αντάρτη καθώς ήταν ένας νότιος που δεν αποδέχτηκε την ήττα. Ο εκδότης Τζον Έντουαρτς δημοσίευε άρθρα που αποθέωναν τον Τζέιμς. Σύμφωνα με τον εκδότη, ήταν ένας «συνειδητός διαδοσίας της ανυπακοής, απέναντι στη ρεπουμπλικανική ιδεολογία».

Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της «κοινωνικής ληστείας». Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ «Το βασικό σημείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για παράνομους αγρότες, που θεωρούνται εγκληματίες από τον άρχοντα και την κρατική εξουσία, αλλά παραμένουν εντός της αγροτικής κοινότητας, θεωρούμενοι από τον κόσμο τους ήρωες, αγωνιστές, εκδικητές, μαχητές της δικαιοσύνης, ακόμη και αρχηγοί απελευθερωτικών κινημάτων…». Οι ληστές μοιράζονται τις αξίες και τις επιδιώξεις του αγροτικού κόσμου και ως παράνομοι και στασιαστές είναι ευαίσθητοι στα επαναστατικά κινήματα. Ο μεγάλος Πάντσο Βίλα ήταν ληστής. Οι κοζάκοι το ίδιο. Οι Χαϊντούκ στη Βουλγαρία ήταν αρχικά ληστές και μετά επαναστάτες ληστές. Ο Πίκαρο, ο Ισπανός μεγάλος ήρωας των πληβείων είναι ριψοκίνδυνος, περιπετειώδης, αρνείται την έννοια της περιουσίας και σκοτώνει νεόπλουτους Ισπανούς αποικιοκράτες. Οι ληστές εν προκειμένω δεν είναι κάποιοι παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά οι εκπρόσωποι της «πρωτόγονης επανάστασης» των «κάτω», οι εκφραστές των αξιών των αγροτοποιμενικών κοινοτήτων, που πένονται και καταδυναστεύονται από το κράτος-χωροφύλακα, αλλά και από το παρα-κράτος των τσιφλικούχων και των υβριδικών αστών.

Η μορφή αυτής της «ληστείας» παρουσιάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο σαν αντίδραση των προβιομηχανικών αγροτοποιμενικών κοινωνιών στην έλευση του αστικού εθνικού κράτους και της βιομηχανίας.

Η αγροτοποιμενική κοινότητα είναι υπερήφανη για τη λεβεντιά και τον ηρωισμό των εκπροσώπων της που είναι η άγρια βία των δύο ληστών. Γιατί η βία αποκαθιστά την ισορροπία των αδικημένων και των καταπιεσμένων, όπως θα πει αργότερα η Χάνα Άρεντ. Γιατί είναι άλλη η βία των «πάνω» και άλλη των «κάτω», καθώς οι τελευταίοι λόγω της ανισότητας βρίσκονται σε θέση άμυνας.

 Τον Σεπτέμβριο του 1876, μια αποτυχημένη ληστεία στη Μινεσότα οδήγησε στη διάλυση της συμμορίας. Κάποια από τα μέλη της  τραυματίστηκαν και κάποια άλλα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μόνο ο Τζέσε και ο αδελφός του, Φρανκ, κατάφεραν να ξεφύγουν. Μετά από αυτό το πλήγμα, οι αδελφοί Τζέιμς, για αρκετό καιρό, δεν πραγματοποίησαν κάποιο χτύπημα. Παραδόξως, αφοσιώθηκαν στις γεωργικές εργασίες που ήξεραν καλά, καθώς κατάγονταν από αγροτική οικογένεια.

Ο Τζέιμς δεν μπορούσε να μείνει αρκετό καιρό εκτός δράσης (το γεγονός αυτό παραπέμπει στους ηπειρώτες Ρεντζαίους, που αμνηστεύθηκαν αφού σκότωσαν συντρόφους τους, έγιναν χωροφύλακες και ξανά ληστές) και δημιούργησε μια καινούρια συμμορία με βασικά μέλη τους Ρόμπερτ και Τσάρλι Φορντ. Ήδη από το 1869, ο Τζέιμς ήταν επικηρυγμένος. Το αρχικό ποσό ήταν 500 δολάρια, αλλά το 1882 είχε φτάσει στα 10.000 δολάρια. Οι σύντροφοί του σκέφτηκαν ότι τα λεφτά ήταν σίγουρα και ακίνδυνα, σε σχέση με μια ληστεία τρένου. Τον Απρίλιο του 1882, στο σπίτι του Τζέιμς σχεδίαζαν ένα καινούριο κόλπο, όταν ο Τζέσε ανέβηκε σε μια καρέκλα για να καθαρίσει ένα λεκέ από τον τοίχο. Όπως είχε γυρισμένη την πλάτη, ο Ρόμπερτ τον πυροβόλησε στο κεφάλι…