Λήθη

[ Μαρία Χατζηχριστοδούλου / Ελλάδα / 17.10.21 ]

 Έσπασε, σκίστηκε στα δυο από τη βροχή, αποκάλυψε την φλογισμένη του καρδιά.

Με προκαλούσε να το αγγίξω, να το κόψω από το κλαδί να το γευτώ.

Στάθηκα για μια στιγμή αναποφάσιστη.

Από τη μια η στιλπνή ομορφιά του, απροκάλυπτα παραδομένη στη ματιά μου και από την άλλη ο πειρασμός της γεύσης του.

Ένα ρόδι ολάνοιχτο, ρόδι όχι μήλο κι όμως με κρατούσε σαν Εύα μπροστά στο όριο του προπατορικού αμαρτήματος. 

Και ξαφνικά χίμηξε μέσα μου η αμφιβολία ανήμερη και φορτωμένη φόβους από αυτούς που σκίζουν τα σωθικά

Μα ναι … Πώς δεν το σκέφτηκες;

Κι όμως είναι ολοφάνερο

Ρόδι, όχι μήλο.
Περσεφόνη, όχι Εύα.

Άδης, έγκατα της γης,

Κάθοδος, λήθη.

Όχι ουρανός, ούτε όφις επίβουλος,  ούτε παράδεισος και κήπος της Εδέμ.

Μέσα ψάξε, γιατί αργείς;

Μην κοιτάς πάνω, ούτε γύρω, ούτε κλαδί, μήτε το δέντρο, μήτε τον κήπο.

Το ρόδι μόνο, το μέσα του που άνοιξε για σένα σαν Επιφάνεια  της Κόρης, που παραδόθηκε στη βροχή, στην καταιγίδα κι άντεξε μόνο επειδή αποδέχτηκε πόσο ευάλωτο είναι, ανοιγμένο σαν σπάνιο, 

πορφυρό λουλούδι, σαν τριαντάφυλλο έτοιμο να σου χαριστεί. Μην τη φοβάσαι την προσφορά του.

Η αμφιβολία έγινε βεβαιότητα.

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ

Άπλωσα το χέρι, κράτησα τον καρπό, τον γεύτηκα, λίγα σπυριά του είναι αρκετά, απλώθηκε το νέκταρ στους κάλυκες της γεύσης μου, παραδόθηκα στο αναπόφευκτο.

Τώρα καθισμένη κάτω από την ροδιά περιμένω τη Λήθη.