Κώστας Καρυωτάκης: Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις

[ ARti news / Ελλάδα / 30.10.18 ]

Πολλοί παρουσίασαν τον Καρυωτάκη θλιμμένο, μελαγχολικό, καταθλιπτικό ενώ άλλοι λένε ότι γλεντούσε και χαίρονταν τη ζωή με κάθε τρόπο.

Ο Βασίλης Ρώτας έγραψε μια αρνητική κριτική όταν κυκλοφόρησε το «Ελεγεία και Σάτιρες», κατηγορώντας τον για τον πεσιμισμό του και ο Καρυωτάκης του απάντησε αν στ' αλήθεια πίστευε ότι η εποχή ταίριαζε περισσότερο στη δική του αισιοδοξία ή στο δικό του πεσιμισμό. Είχε λόγους να μελαγχολεί σε μια περίοδο που η Ελλάδα πήγαινε από δικτατορία σε δικτατορία, και οι άνθρωποι βίωναν τα δεινά του μεγαλοϊδεατισμού και του πολέμου...

Ήταν ευαίσθητος, άνθρωπος με κοινωνική συνείδηση. Υπήρξε συνδικαλιστής, εκλέχτηκε γενικός Γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, δεν συνδιαλέχτηκε με την κεντρική εξουσία, γι' αυτό και μετατέθηκε στην Πάτρα, στην Άρτα και τέλος στην Πρέβεζα, όπου αυτοκτόνησε το 1928. Ανέπτυξε μια έμμεση σχέση με την Αριστερά, επηρεάστηκε από τον  Πέτρο Πικρό, αλλά η προσωπικότητά του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να ενταχθεί σε ένα κόμμα παρότι υποστήριζε πάντα προοδευτικές απόψεις και ήταν πολύ ευαίσθητος απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα. Δεν έχει βρεθεί τι τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία. Οι διώξεις και οι μεταθέσεις, η απογοήτευση, η σύφιλη από την οποία έπασχε;

Το γεγονός ότι έπασχε από σύφιλη το γνώριζε ήδη από το 1922 και ήξερε ότι θα κατέληγε σε ψυχιατρείο όπως ο Βιζυηνός και άλλοι. Λίγο μετά εξάλλου δημοσίευσε το ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», κίνηση αδιανόητη για δημόσιο υπάλληλο της εποχής, να παραδεχθεί δημοσίως ότι πάσχει από αφροδίσιο νόσημα. Πριν μετατεθεί στην Πρέβεζα πρέπει να είδε έναν ειδικευμένο γιατρό στο Παρίσι, ο οποίος του μίλησε για επιδείνωση. Αυτό σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες άδικες μεταθέσεις και τις πολιτικές διώξεις βάρυναν αναμφίβολα την ψυχολογική του κατάσταση.

Υπήρξε σημαντικός ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή δείχνει την απόγνωση του ποιητή για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό δείγμα της άποψής του για τους δημόσιους υπάλληλους είναι το παρακάτω:

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν

σαν στήλες δύο- δύο μες στα γραφεία.

(Ηλεκτρολόγοι θα ’ναι η Πολιτεία

κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν.)

 

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν

αθώα λευκά χαρτιά χωρίς αιτία.

«Συν τη παρούση αλληλογραφία

έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

 

Και μοναχά η τιμή τους απομένει,

όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,

το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

 

Παίρνουν κάστανα σκέφτονται τους νόμους,

σκέπτονται το συνάλλαγμα τους ώμους

σηκώνοντας οι υπάλληλοι, οι καημένοι.

Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Λίγο πριν είχε γράψει το ποίημα «Πρέβεζα»:

Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,

θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια.

 

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,

με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη

ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

 

Θάνατος  ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

 

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,

πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»

Φτάνει το πλοίο. Yψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

 

Αν τουλάχιστον, μέσα στούς ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

 Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».

Ο Καρυωτάκης ήταν άνθρωπος θλιμμένος. Απολάμβανε ωστόσο τη ζωή, παρότι τη σκίαζε η αρρώστια και η επίγνωση των συνεπειών της. Σ’ αυτήν οφείλονταν οι μεταπτώσεις της καθημερινής του διάθεσης και οι πράξεις και συμπεριφορές που ερμηνεύονταν ως ιδιορρυθμίες. Η σύφιλη ήταν τότε αντίστοιχη με το AIDS. Η τραγωδία την οποία αναφέρει στο σημείωμά του ήταν η σύφιλη. Η «χυδαία πράξη», που αποδίδεται στον Καρυωτάκη και το επάγγελμα που την προϋποθέτει θα μπορούσε να είναι η μαστροπεία καθώς είναι γνωστό ότι ο Καρυωτάκης σύχναζε σε «καφέ σαντάν» και σε οίκους ανοχής. Λέγεται ότι αγάπησε μια πόρνη και σχεδίαζε να ζήσει μαζί της. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο  να σκηνοθετήσουν μια  κατηγορία περί μαστροπείας. Λέγεται ότι τα στοιχεία που εξαφανίστηκαν είχαν σχέση με την ασθένειά του. Το μπαούλο με το προσωπικό αρχείο του Καρυωτάκη που εξαφανίστηκε, ο δημοσιοϋπαλληλικός του φάκελος που βρέθηκε λειψός και όλα αυτά δείχνουν ότι επιχειρείται μια συγκάλυψη στοιχείων.

Οι συνθήκες  της αυτοκτονίας του και κυρίως  η αφορμή που τον οδήγησε σε αυτή την πράξη θα παραμείνουν πάντα ένα μυστήριο.

Για όλους μας αυτό που μένει είναι η ποίησή του που δεν έχασε τη διαχρονικότητά της μέχρι σήμερα και έμεινε κτήμα ες αεί. Στίχοι σαν τους παρακάτω δεν θα σταματήσουν να μας συγκινούν με την αμείλικτη αλήθεια τους:

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

 

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

 

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

 

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.