Για ένα «πουκάμισο αδειανό»

[ Μαργαρίτα Μανώλη / Ελλάδα / 04.11.18 ]

 Ο παππούς γύρισε απ’ τη Μικρασία το 22.  Τρία ολόκληρα χρόνια έλειπε.  Έφερε πίσω ένα σκελετωμένο κορμί τυλιγμένο σε κουρέλια. Σακατεμένος. Με ένα μόνο πόδι. Γάγγραινα είπαν. Το άλλο το έθαψαν κάπου στο Σαγγάριο. Πλάι πλάι με τη Μεγάλη Ιδέα.  Η εκστρατεία είχε αφήσει τα σημάδια της.  Κυρτωμένοι ώμοι, ρυτίδες  παντού. Ο ήλιος της Ανατολίας είχε ψήσει το πρόσωπο και το λαιμό του. Αξύριστα γένια, μακρύ μουστάκι. Ήταν το πρόσωπο ενός ηττημένου. Και το  βλέμμα  του σκληρό σαν τη γη.  Που τον περίμενε να την τσαπίσει για να καρπίσει.

Ώρες ώρες χανόταν στο παρελθόν.  Ένα παρελθόν που το μάντευες τρομακτικό, γεμάτο μυστικά.  Σαν ένα σκοτεινό κελάρι που φοβάσαι να μπεις. Και τα βράδια κοιμόταν αγκαλιά  με μια στρατιά από φαντάσματα. Οι συμπολεμιστές του.  Με σκισμένες στολές και σάπιες σάρκες. Με την οδύνη της προδοσίας φορτωμένη στις πλάτες τους. Όταν επέστρεφε στον κόσμο των ζωντανών το κορμί του πονούσε.  Σαν να ήταν μελανιασμένο απ’  την κορυφή ως τα νύχια.

Πόσες απώλειες, τι ματαιότητα! Για ένα «πουκάμισο αδειανό»!