Μισογυνισμός με φόντο το Ντουμπάι

[ Κατέ Καζάντη / Κόσμος / 03.03.26 ]

Αν μια χώρα στον κόσμο βάσισε την ύπαρξή της στο μαρξικό αξίωμα του φετιχισμού του εμπορεύματος, τούτη δεν είναι παρά το εμιράτο του Ντουμπάι. Από τα φαραωνικά κτίρια που υψώθηκαν, από τη δεκαετία του 1990 ήδη, και τη χλιδή που τα συνοδεύει μέχρι τη χρήση του ως χρηματοοικονομικό κέντρο, όλα, εμφανίζονται ως φετίχ που αποκρύπτουν την αξία του ανθρώπινου μόχθου. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες/τριες κυριολεκτικά σκοτώθηκαν, και σκοτώνονται, στη δουλειά για να δημιουργηθεί ο ψευδοπαράδεισος, ενώ την ίδια στιγμή τα δημιουργήματά τους αποκτούν μαγική ισχύ και εξουσία.

Μέσα στο πλαίσιο του φετιχισμού του εμπορεύματος εντάσσονται, προφανώς, και οι ανθρώπινες σχέσεις –κυρίως αυτές. Η πραγμοποίηση του ανθρώπινου όντος, μέσα σε ένα κατασκευασμένο κοινωνικό περιβάλλον που θεοποιεί την αγορά και υποβιβάζει τον κόσμο της εργασίας σε χρηστικό αντικείμενο, φέρει την αλλοτρίωση ως φυσικό επόμενο.

Εκεί λοιπόν, στη Μέκκα της καπιταλιστικής ευωχίας, όπου οι πολυεκατομμυριούχοι ξεπλένουν χρήμα και συνωστίζονται τα μεσοάνω στρώματα, εκεί όπου ο άνθρωπος λογίζεται ως πράγμα, γυναίκες απ’ όλο τον πλανήτη γίνονται οι μοντέρνες σκλάβες του σεξ: φετιχοποιώντας σώμα και ψυχή, γίνονται εμπόρευμα που πωλείται και αγοράζεται όπως τα πανάκριβα ρολόγια, τα ρούχα κ.ο.κ. Οι αγοραστές κινούν τα νήματα. Είναι εκείνοι, άντρες σχεδόν πάντα, που κινούν τα νήματα της εξουσίας, παράγουν πλούτο και ξεδίνουν σε πάρτι  με «κορίτσια» κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους. Ο προφανής εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι μες στο παιχνίδι, μαζί με τον βιασμό του φυσικού περιβάλλοντος εντός του οποίου φτιάχτηκαν μεγαθήρια ώστε να αναπαράγεται το αίσθημα του δέους προς κάθε υποταχτικό, και ας τα ‘χτισε με τα χέρια του.

Τα «κορίτσια» ενίοτε για αλλού πήγαιναν κι αλλού βρέθηκαν. Το φαινομενικά οξύμωρο ενός εξαθλιωμένου υπερπολυτελούς βίου τα υποδουλώνει. Και τα τυφλώνει. Πέρα και μακριά από την κοινωνία, υποσύνολο του κόσμου, αποτελούν μια ιδιότυπη μειονότητα που δεν προστατεύεται από κανένα. Συνήθως επισύρουν τη χλεύη: οι «εύκολες» και οι ανήθικες», με πανομοιότυπη μορφή, χείλη και πρόσωπα ενισχυμένα,  δεν αντιμετωπίζονται ως θύματα. Στον υπόκοσμο του πλούτου, οι συμμετέχουσες σκλάβες, δυστυχώς, θεωρούνται ένα με τ’ αφεντικά. Και λοιδορούνται.

Τώρα που ο ψευδοπαράδεισος κοντεύει να μετατραπεί σε κόλαση, σε τούτες τις γυναίκες ο μισογυνικός πολιτισμός μας επιφυλάσσει τη γνωστή κοροϊδία. Ο τρόμος τους δεν έπεισε, κι αν έπεισε, κυριάρχησε η λογική του «τα ‘θελε». Τα βιντεάκια με τις φοβισμένα κορίτσια επέσυραν τη χλεύη, και όχι μόνο. Τα όντως θύματα, θύματα προ και μετά των επιθέσεων, εγκλωβίστηκαν στην εικόνα τους. Ο ίδιος ο –καπιταλιστικός- πολιτισμός που εξέθρεψε το αλλοτριωμένο εγώ τους και πραγμοποίησε την ανθρωπινότητά τους, ο ίδιος απειλεί, κυριολεκτικά, να τις εξοντώσει.

Αλλά οι ελαστικές συνειδήσεις, δομημένες σε συνθήκες πατριαρχίας, εύκολα ρίχνουν τον λίθο του αναθέματος στον αδύναμο κρίκο: τα βέλη πέφτουν όχι στα χρυσοπληρωμένα μεγαλοστελέχη των επιχειρήσεων που αναπαράγουν τον πλούτο και τις ανισότητες που επιφέρει, όχι σ’ εκείνους που εκμεταλλεύονται, ούτε καν σ’ εκείνους που υποκύπτουν στη σαγήνη της χλιδής και πάνε εκεί «για-το-Σ/Κ», αλλά στα αιώνια θύματα: ο σεξισμός στοχοποιεί τις γυναίκες επειδή είναι γυναίκες. Και αδύναμες. Το προϊόν που δημιούργησε ένας ανδροκρατούμενος, σκληρά και άδικα ιεραρχημένος κόσμος προς τέρψη των από πάνω, μπαίνει στο στόχαστρο, όχι όμως και οι δημιουργοί και οι χρήστες του.

Ο κόσμος όμως με τη σάπια συνείδηση, είναι ο ίδιος που, στο κυνήγι του κέρδους, κινείται ιμπεριαλιστικά κι εξαπολύει βόμβες. Είναι ο ίδιος που μπορεί να δολοφονήσει τους θιασώτες του στα πολυτελή τους θέρετρα, είναι ο ίδιος που στρέφεται εναντίον όπο@ στέκεται εμπόδιο. Και που συμμαχεί και με τον διάολο.

«Ζούμε στην ιδιόρρυθμη εποχή της παγκόσμιας αποικιακής πολιτικής, που είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τη νεότατη βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού, με το χρηματιστηριακό κεφάλαιο»*. Αλλά για τούτο απαγορεύεται να ομιλούμε. Μπορούμε, αντιθέτως, να λοιδορούμε τις γυναίκες – θύματα ενώ οι θύτες συνεχίζουν να διαφθείρουν συνειδήσεις, όπως και όλων εκείνων -φοιτητών, εργαζομένων κ.ο.κ.- που θεωρούν σπουδαία εμπειρία να διακόπτουν στο Ντουμπάι.

 

*Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός: ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»