Ν. Χώθορν: Το μέλλον είναι η Γυναίκα

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 19.05.18 ]

Το 1804 γεννήθηκε στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης ο συγγραφέας Ναθάνιελ Χώθορν. Μετά την αποφοίτηση του, το 1825, από το κολλέγιο Μπόουντεν ο Χώθορν φέρεται να πρόσθεσε ένα w στο επίθετό του (από Hathorne σε Hawthorne), θέλοντας να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους δικαστές προγόνους του, όπως ο Τζων Χώθορν, που ήταν διαβόητος για τις αυστηρές ποινές που επέβαλε (δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ). Ο Χώθορν ξεκίνησε το συγγραφικό του έργο το 1832 με τη δημοσίευση δύο διηγημάτων του: Ο συγγενής μου ο ταγματάρχης Μολινέ και Η ταφή του Ρότζερ Μάλβιν.

Το 1846 διορίστηκε επιθεωρητής πλοίων στο λιμάνι του Σάλεμ, έχασε όμως αυτή τη θέση μετά την ήττα των Δημοκρατικών, στις προεδρικές εκλογές δύο χρόνια αργότερα. Η απόλυση του έγινε αντικείμενο μεγάλης συζήτησης στην Νέα Αγγλία εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα μετά την επιστολή διαμαρτυρίας του Χώθορν που δημοσίευσε η εφημερίδα Boston Daily Advertiser που υποστήριζε τους Δημοκρατικούς. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων «Βρύα από ένα παλιό αρχοντικό».

Στα μέσα Μαρτίου του 1850, εκδόθηκε το γνωστότερο ίσως βιβλίο του Χώθορν, το Άλικο Γράμμα (The Scarlet Letter). Τέλη Μαρτίου του 1850 ο Χόθορν μετακόμισε, με την οικογένειά του, στο Λένοξ, στα υψώματα του Μπέρκσαϊρ, στη δυτική Μασαχουσέτη,όπου τον επόμενο χρόνο έγραψε «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα». Στο Μπέρκσαϊρ γνωρίστηκε με τον Χέρμαν Μέλβιλ, που τον εκτίμησε ιδιαίτερα και του αφιέρωσε το έργο του, τον Μόμπι Ντικ «σε ένδειξη θαυμασμού για την ιδιοφυΐα του».

Οι δύο συγγραφείς, μάλιστα, βρέθηκαν μαζί στην περίφημη λογοτεχνική ομάδα «Μπρουκ φαρμ». Αλλά τι, άραγε, συνέβη και ενώ τα δύο βιβλία είχαν μια σχετικά καλή εμπορική επιτυχία -το Άλικο γράμμα και ο Μόμπι Ντικ εκδόθηκαν σχεδόν την ίδια εποχή-, το δεύτερο βιβλίο, όταν επανεκδόθηκε το 1924 έγινε το δεύτερο εθνικό ανάγνωσμα στις ΗΠΑ μετά τη Βίβλο; Αυτό το ερώτημα ήταν η αιτία για να γραφεί ένα βιβλίο, το Homo Americanus (2008, Καστανιώτης).

 Έχει ενδιαφέρον, δηλαδή, να δούμε γιατί κάποιοι στα μέσα του 1920 επέλεξαν να επανεκδώσουν τον Μέλβιλ και όχι τον Χώθορν, τον Μόμπι-Ντικ και όχι το Άλικο γράμμα. Ήδη από τον 19ο αιώνα ο Αμερικανός ποιητής και φιλόσοφος Ραλφ Ουάλντο Έμερσον (1803-1882), που επίσης συμμετείχε στον λογοτεχνικό κύκλο της Μπρουκ Φαρμ, ενθάρρυνε την εμφάνιση μιας εθνικής αμερικανικής λογοτεχνίας. Μόνο που ο Έμερσον έθεται ως στόχο της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών ότι «πρέπει να εκπαιδεύουμε το λαό, γιατί αλλιώς θα μας πιάσει από το λαιμό»! Η λογοτεχνία συνεπώς για τους αμερικανούς λογοτέχνες και φιλόσοφους εκείνης της εποχής δεν πρέπει να τείνει μόνο στην ανάπτυξη μια φαντασιακής κοινότητας, αλλά να έχει και μια συγκεκριμένη στόχευση, όπως είναι η εκπαίδευση στην υπακοή. Αλλά αυτός είναι με μια κομψή διατύπωση ο ορισμός της προπαγάνδας.

Τι συνέβη, λοιπόν, τη δεκαετία του 1920; Είναι η εποχή που οι ΗΠΑ κόβουν τον ομφάλιο λώρο με την Ευρώπη και επιχειρούν να βρουν το δικό τους πρόσωπο, τι δική τους ταυτότητα. Είναι η εποχή της βιομηχανικής απογείωσης και του κραχ. Τότε ξεκινούν οι μεγάλες επιχειρήσεις εξαμερικανισμού των μεταναστών και του «βομβαρδισμού τους με τόνους βιβλίων αμερικανικής λογοτεχνίας» σε συνδυασμό με το κλείσιμο των συνόρων. Είναι η εποχή της ποτοαπαγόρευσης και της Μαφίας, της μεγάλης πορείας της Κου Κλουξ Κλαν καθώς και ενός μεγαλειώδους εργατικού κινήματος που πνίγηκε στο αίμα χωρίς να μάθει κανείς τίποτα γι’ αυτό.

Αλλά γιατί, τελικά, επελέγη ο «βιρίλ» Μέλβιλ και όχι ο «θηλυκός» Χώθορν; Ο λόγος είναι ότι ο Χώθορν ασκεί στην εισαγωγή του στο Άλικο γράμμα μία πολύ σκληρή κριτική στον αμερικανικό αετό (κράτος) και τα αιματοβαμμένα νύχια του. Αντίθετα με τον Χώθορν, στον Μέλβιλ δεν υπάρχει η διαρκής και ψυχοφθόρα ενοχική, λουθηρανική ενδοβολή. Εδώ έχουμε μία συνεχή «εξωστρέφεια», μία συνεχή επεκτατική κίνηση.  Τόσο ο Μέλβιλ όσο και ο Χώθορν αναπτύσσουν τις δύο συνιστώσες του αμερικανικού παραδείγματος που παραπέμπει τόσο στην κρατική καταστολή όσο και στον μετασχηματισμό του κόσμου, στην ίδρυση δηλαδή μιας νέας παγκόσμιας πολιτείας μέσω της χριστιανικής προτεσταντικής  πειθαρχίας και της αυτοδιάθεσης μέχρις εσχάτων στο σκοπό αυτό. Και οι δύο, με άλλα λόγια, εκφράζουν τις δύο συνιστώσες, τους δύο πολιτιστικούς υποκώδικες, το ένδον και το έξω, το «θηλυκό» και το «αρσενικό» που συνθέτουν τον ενιαίο αμερικανικό πολιτισμικό κώδικα. «Για να γράφεις σαν Αμερικανός, αρκεί να γράφεις σαν άντρας» έγραφε ο Μέλβιλ (σ.σ. όταν το διάβασε ο Παύλος Μάτεσις στο Homo Americanus, κατέβασε τον Μέλβιλ από τη βιβλιοθήκη του). Για τον Χώθορν το μέλλον ανήκει στη γυναίκα, δηλαδή στους απόκληρους.

Ο Ισμαήλ στον Μόμπι-Ντικ ήταν ο μόνος που σώθηκε (για να διηγηθεί) από το κυνήγι της άσπρης φάλαινας-σκοπού. Αλλά η φάλαινα με την οποία αναμετρώνται οι Αμερικανοί δεν είναι παρά η κατάκτηση του κόσμου από τον «περιούσιο λαό» στο όνομα του Θεού, μια θρησκευτική πίστη, μια «υπερ-απόλαυση» του Σκοπού μέχρι θανάτου. Ο στόχος επενδύθηκε με μια λευκή ιδέα, όπως η τεράστια λευκή φάλαινα του Μέλβιλ, ή όπως η θεία αποστολή της επέκτασης της Νέας Ιερουσαλήμ σε ολόκληρο τον κόσμο, την οποία προβάλλουν σήμερα οι τηλε-κήρυκες του Τραμπ ή του Μπους παλιότερα. Η Έστερ του Χώθορν, αντίθετα, θα εκφράσει την «ανάπτυξη» με «θηλυκό τρόπο», δηλαδή με ιδεαλιστικό και ουμανιστικό τρόπο(σ.σ. που ενίοτε είναι το ίδιο σκληρός και μερικές φορές ακόμα περισσότερο) .

Ο Ιμπεριαλισμός και το ιστορικό υποκείμενο της αλλαγής

Το ιστορικό υποκείμενο της αλλαγής της κοινωνίας σύμφωνα με τον Ν. Χώθορν είναι η Γυναίκα. Στο πίσω μέρος της σκηνής βρίσκεται η «θηλυκή» προοπτική, βρίσκεται η Έστερ, η γυναίκα που δεν προφητεύει αλλά προαναγγέλλει μια νέα εποχή, όπου «μια καινούργια αλήθεια θα φανερωνόταν για να θεμελιώσει ολόκληρη τη σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα σε ένα πιο στέρεο έδαφος αμοιβαίας ευτυχίας…». Ο Χώθορν εντάσσει τις σχέσεις των δύο φύλων στο ευρύτερο κοινωνικό και εν μέρει πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Έτσι, κάνοντας μια αναγωγή, θα λέγαμε ότι στη νέα εποχή η γυναίκα θα πάψει να είναι η μαγική αρχή για τον άντρα (Μπαχτίν), θα περάσει πιθανόν από το στάδιο να είναι η μαγική αρχή για την ίδια τη γυναίκα (αυτοαναφορικότητα) με τον αντρικό τρόπο του «κυνηγού-φονιά», όπως εκδηλώθηκε στον φονταμενταλισμό του φεμινιστικού κινήματος, ώσπου να καταλήξει ενδεχομένως σε μία ολιστική, απομαγευμένη αρχή, που θα την καταστήσει φορέα ενός άλλου τύπου ανθρώπου και κοινωνίας. Έτσι, η γυναίκα μοιάζει να είναι το περιθώριο, μια κοινωνικά αποκλεισμένη ακόμη και όταν η οικογένειά της ανήκει στους «πάνω». Αυτή είναι η κατώτατη στάθμη της κοινωνικής βαθμίδας, που ως εκ της θέσεώς της θα μπορούσε να είναι ο φορέας όλων των αιτημάτων των υπερκείμενων, καταπιεζόμενων βαθμίδων και ως εκ τούτου να γίνει το ιστορικό υποκείμενο του μέλλοντός μας. Έτσι, έβλεπε τα πράγματα ο Χώθορν από τη θέση του. Σήμερα, βέβαια, στις ΗΠΑ και σε ολόκληρο τον κόσμο, το ιστορικό υποκείμενο είναι οι μετανάστες (γυναίκες και άντρες). Αυτοί που είναι πάνω στη σχεδία του Στήβενσον και πολιορκούν τον πρώτο κόσμο, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Σε κάθε περίπτωση, η άποψη του Μέλβιλ («αρκεί να γράφεις σαν άντρας και θα γράφεις σαν Αμερικανός») επικράτησε της «θηλυκής» προσέγγισης του Χώθορν. Ο Μόμπι-Ντικ θα γίνει ο μύθος του αυτοκρατορικού μοντέλου, που διαπερνά το σύνολο της ιστορίας και της κουλτούρας των ΗΠΑ και είναι, συγχρόνως, μία «μαθητεία στον ιμπεριαλισμό». Ακόμη περισσότερο, ο Μόμπι-Ντικ του Μέλβιλ θα εκφράσει σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ το πάθος «για την εξάλειψη κάθε συμβιβασμού, κάθε μέσης λύσης, κάθε επιλογής που δεν ταυτίζεται με την απόλυτη θέληση να κινηθείς, να προχωρήσεις»(Ε. Σαΐντ: Ο κόσμος, το κείμενο, ο κριτικός). Να και πάλι η ανάπτυξη, η συνεχής ανάπτυξη, η συνεχής πτώση των συνόρων. Εδώ βρισκόμαστε πλέον στον αστερισμό της «απόλυτης βούλησης», της καθαρής Πράξης, στην καρδιά του Πραγματισμού και ενός θεού της δύναμης, βρισκόμαστε στον αστερισμό της απόλυτης πεποίθησης, χωρίς αιτιολογία και απολογία, ότι το «μόνο μέγεθος είναι η ανάπτυξη» (Ουίτμαν). 

Μετά τη νίκη του Φραγκλίνου Πιρς στις εκλογές του 1853, ο Χώθορν διορίστηκε πρόξενος στο Λίβερπουλ και παρέμεινε στη θέση αυτή όσο διήρκεσε και η θητεία του Πιρς. Έπειτα περιηγήθηκε για ενάμισι χρόνο στην Ιταλία και αφού έμεινε για λίγο στην Αγγλία, όπου έγραψε το μυθιστόρημα «Ο μαρμάρινος φαύνος», επέστρεψε το 1860 στο Κόνκορντ, στις Η.Π.Α., όπου αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο γράψιμο.

Πέθανε στον ύπνο του στη διάρκεια ενός ταξιδιού με τον Φραγκλίνο Πιρς στο Πλύμουθ, στο Νιου Χαμσάιρ (New Hampshire), στις 19 Μαΐου του 1864.